: -
| links
|
| downloads
| forum
-
-
-
&
Club -
!
Sitemap
 
Bookmark and Share


 
-

 

να χρυσονσι, που τα πντα εναι σκεπασμνα απ χρυσφι, εκτς απ τους τοχους των σπιτιν, που παραμνουν κτασπροι.
 
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Μια φορ κι ναν καιρ, σ’ να μοναχικ νησκι, απ το πρω ρχισε να φυσει νας δυνατς αρας, νας νεμος. Μα τα νησι συχν τα δρνουν οι ανμοι, γι’ αυτ και οι κτοικοι δεν ανησχησαν. Απλς, για να μην τους πρει ο αρας και τους ρξει στη θλασσα, κλειδαμπαρθηκαν στα σπτια τους. Ο νεμος φυσομανοσε λη τη μρα κι λη τη νχτα: να ολκληρο εικοσιτετρωρο. Κι ταν πια το φσημ του δεν ακουγταν πουθεν, οι νησιτες ρχισαν ν’ ανογουν πρτες και παρθυρα.
 
ΠΡΩΤΟΣ ΝΗΣΙΩΤΗΣ: Αμν! Τι βλπουν τα ματκια μου;
 
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΝΗΣΙΩΤΗΣ: Τι θαμα!
 
ΤΡΙΤΟΣ ΝΗΣΙΩΤΗΣ: Τι λμψη!
 
ΠΡΩΤΗ ΝΗΣΙΩΤΙΣΣΑ: Κοντεουμε να τυφλωθομε!
 
(Εμφανζεται ο Δμαρχος με τον Γραμματα του.)
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Τι συμβανει εδ;
 
ΠΡΩΤΟΣ ΝΗΣΙΩΤΗΣ: λα εναι σκεπασμνα απ χρυσφι, Δμαρχε!
 
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Μπως εναι χρυσσκονη που σκορπνε οι νεριδες των παραμυθιν;
 
ΠΡΩΤΟΣ ΝΗΣΙΩΤΗΣ: χι, εναι αληθιν χρυσφι, που χουν οι χρυσοχοι!
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: (Προς το κοιν.) Καλ, τσο τυχερς εμαι; Τσο γουρλς; Δε λω, εχα τξει στους νησιτες πως, αν με ψφιζαν, θα κανα το νησ πηγ πλοτου! Αλλ τσο χρυσφι; Οτε ο Μδας να ’μουνα! Μα, για στσου! Μδας δε λγομαι κι εγ;
 
(Μπανει ο Αστυνμος με δο Αστυνομικος και ναν Αγροφλακα.)
 
ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ: (Απ μακρι.) Ναι, αλλ απ τα μδια!
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Αστυνμε, πρπει να βρομε ναν τρπο να αντιμετωπσουμε το κτακτο αυτ φαινμενο.
 
ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ: Δμαρχε, σ’ το πνω μου! (Προς τους Αστυνομικος) ργανα!
 
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ: Διατξτε, κριε Αστυνμε!
 
ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ: (Μαζεεται λος ο κσμος γρω του.): Δεν ξρω απ πο φερε ο αρας λο αυτ το χρυσφι αλλ, τρα, το νησ μας εναι το πιο πλοσιο μρος του κσμου. (Ακογονται «ναι», «ναι» και επευφημες)Θα προσπαθσουμε να το κρατσουμε μυστικ, ωστσο, τποτα δε μνει κρυφ κτω απ τον λιο. Αργ γργορα λοι θα το μθουν.
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Πολλο νθρωποι θα ζηλψουν την τχη μας και πολλο θα θελσουν να δουν αυτ το παρξενο φαινμενο.
 
ΑΓΡΟΦΥΛΑΚΑΣ: Πρπει να χουμε τα μτια μας δεκατσσερα.
 
ΠΡΩΤΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: σπου να μθουμε τι ακριβς συνβη και γιατ…
 
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: …δε θα επιτρψουμε σε κανναν ξνο να πατσει στο νησ μας.
 
ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ: Θα σκορπιστετε λοι γρω στις ακτς και θα φυλτε ακομητοι φρουρο. Σμφωνοι;.
 
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ και ΑΓΡΟΦΥΛΑΚΑΣ: Σμφωνοι! Σμφωνοι!
 
(Φεγουν λοι.)
 
(Οι πολτες, εντωμεταξ, αρχζουν να ξεθαρρεουν και να βγανουν απ τα σπτια τους. Θαμπωμνοι, μως, απ τη γυαλδα που βγζει λο αυτ το χρυσφι γρω τους, ζαλζονται, παραπατνε και πφτουν. Κι πως εναι πεσμνοι πλι σε ανθκηπους και παρτρια, απλνουν το χρι τους να κψουν να λουλοδι κι αυτ εναι χρυσ, σαν χρυσαφ χρυσνθεμο. Ακουμπνε τις παλμες τους για να στηριχτον και να σηκωθον, και γεμζουν οι χοφτες τους μικρς χρυσς πετρολες. Κοιτζουν απ δω και απ κει, και μνο οι τοχοι των σπιτιν τους χουν απομενει κτασπροι. Οι στγες και τα πορτοπαρθυρα εναι μσα στο χρυσφι. Ββαια, ταν κοιτζουν λγο πιο μακρι, βλπουν τη θλασσα να παραμνει γαλζια και τα καραβκια της χρωματιστ. να πλατ χαμγελο ζωγραφζεται στο πρσωπο λων, λες και το κατλαβαν λοι μαζ, και αναφωνον):
 
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Εμαστε πμπλουτοι!.
 
ΠΡΩΤΗ ΝΗΣΙΩΤΙΣΣΑ: Να πμε στα μαγαζι!
 
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΝΗΣΙΩΤΗΣ: Ναι, να ψωνσουμε.
 
ΔΕΥΤΕΡΗ ΝΗΣΙΩΤΙΣΣΑ: Εγ θα πρω λα τα φορματα…
 
ΤΡΙΤΗ ΝΗΣΙΩΤΙΣΣΑ: Εγ, λα τα παποτσια και τις τσντες…
 
ΤΡΙΤΟΣ ΝΗΣΙΩΤΗΣ: Εγ θα πρω ναν υπολογιστ…
 
ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΝΗΣΙΩΤΗΣ: Μνο ναν; Εγ θα πρω δκα!
 
ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΓΑΖΑΤΟΡΑΣ: Πρτε ,τι θλετε! Δωρεν!
 
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΓΑΖΑΤΟΡΑΣ: Με τσο χρυσφι γρω μας, τα χιλιδες ευρ που δσαμε για να γεμσουμε τα μαγαζι μας με εμπορεματα, μας φανονται τρα ψωρο-ευρ και πενταροδεκρες.     
 
ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΓΑΖΑΤΟΡΑΣ: Ας εναι καλ ο αρας ο χρυσς!
 
ΜΙΑ ΦΩΝΗ: Να τον λμε Χρυσνεμο!
 
ΦΩΝΕΣ: Ναι, ναι! Χρυσνεμο!
 
(Ντνονται λοι με χρματα της χαρς και ξεχνονται στους δρμους σαν να γνεται καρναβλι κποια γιορτ αφιερωμνη στον αρχαο θε Δινυσο, που φοροσε χρυσ στεφνι αμπλου στα μαλλι του. Και δεν τους νοιζει που κθε λγο και λιγκι γλιστρνε και πφτουν. Ξανασηκνονται με περισστερο κφι. χουν αποφασσει να γιορτσουν τον αρα τους και του τραγουδον.)
 
ΝΗΣΙΩΤΙΣΣΕΣ:  Χρυσνεμε, Χρυσνεμε,
     στην αγκαλι σου βνε με
     το πρσωπ μου να θωρ
     στο στθος σου το λαμπερ!
 
ΝΗΣΙΩΤΕΣ:        Χρυσνεμε, Χρυσνεμε,
     χρυσ φεγγρι κνε με
     σ’ να μπαλκνι να σταθ
     να δω εκενη π’ αγαπ!
 
ΠΟΥΛΙΑ:            Χρυσνεμε, Χρυσνεμε,
     σε χρυσαπχη πινε με
     κθε πρω να μ’ ακουμπς
     σε λλο δντρο της χαρς!
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: τσι πρασε η πρτη μρα και το πανηγρι συνεχστηκε ξφρενο λη τη νχτα. Μλις, μως, ο λιος της επμενης μρας ρχισε να βγανει, οι νησιτες μας, αποκαμωμνοι, δεν ντεξαν οτε στιγμ το λαμπρισμα του χρυσαφιο γρω τους και χθηκαν μσα στα σπτια και στα κρεβτια τους. Κι αυτ καθιρωσαν σαν καθημεριν τους πργραμμα: Να κοιμονται την αυγ, να ξυπννε το μεσημρι, και να βγανουν λγο πριν το σορουπο, για να μην τους τυφλνει η αντηλι. Εξλλου, η νχτα σ’ εκενο το νησ ταν το διο φωτειν πως η μρα σε λλα μρη. Και η χαρ των νησιωτν, αστερευτη. Να φανταστετε, σε λα τα νεογννητα και στα παιδι που δεν εχαν ακμα βαφτιστε, τους διναν ονματα που περιεχαν το χρυσ: Χρυσ, Χρυσολα, Χρσα, Χρυσνθη, Χρυσαυγ βφτιζαν τα κορτσια και Χρυσ, Χρσανθο και Χρσιππο τα αγρια. Αλλ εκε που γινταν ο χαμς, ταν με τα επνυμα. λοι θλανε να βλουν το χρυσ μπροστ και μετατρπονταν π.χ. ο Βεργς σε Χρυσοβργη, ο Λουρς σε Χρυσολορη, ο Βουνς σε Χρυσοβονη, ο Ανθδης σε Χρυσανθδη, ο Παγδας –αυτ μλλον ταν παρατσοκλι– σε Χρυσοπαγδα και πει λγοντας. Κποιοι λλοι λλαζαν τα επνυμ τους με το τσι θλω και ονομζονταν πια Χρυσο, Χρυσκηδες, Χρυσικο, Χρυσικπουλοι, Χρυσανθπουλοι, Χρυσανθακπουλοι και λλα ττοια. Οτε τα τοπωνμια δεν μειναν δια. Η Πηγ γινε Χρυσοπηγ, ο Μλος γινε Χρυσμυλος, ακμα και το Λιμνι γινε Χρυσολμανο. λοι οι νησιτες μιλοσαν για τη χρυσ εποχ του νησιο τους, κι ανμεσ τους κποιοι αρχαιπληκτοι διανοομενοι προφτευαν «τον χρυσον αινα της νσου της εκλεκτς».
 
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ: Συνθως, μως, τα παρξενα φαινμενα τα ακολουθον και παρξενα προβλματα. Και το πρτο πρβλημα δεν ργησε να φανε: Τλειωσαν τα τρφιμα σε σπτια και μαγαζι! Τλειωσαν και οι ζωοτροφς! Οτε οι νθρωποι οτε τα ζα τους εχαν κτι να φνε. Βλπετε, οι κποι και λες οι καλλιεργσιμες εκτσεις του νησιο εχαν σκεπαστε απ χρυσφι. Και καθς εχαν κνει τη μρα νχτα και τη νχτα μρα, δεν μποροσαν να προυν τα κακια τους και να πνε να τα φορτσουν με προμθειες στα γρω νησι. Δε συνπιπταν οι ρες. Αλλ δεν μποροσαν να μενουν και νηστικο , για να τρνε κτι, να σφζουν λα τα μοσχρια, τα γουρονια, τα κατσκια, τ’ αρνι, τα κοκρια και τις κτες τους, που μνο κακριζαν χωρς να κνουν αυγ οτε κανονικ οτε χρυσ. Τσο κρας θα τους κανε κακ στην υγεα τους.
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: (Τηλεφωνε.) Αστυνμε, σε χρειζομαι επειγντως. Πρπει να με βοηθσεις!
 
ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ: Συνβη τποτα καινοριο;
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Οι νησιτες μου αντιμετωπζουν πρβλημα στισης! Δεν χουν τι να φνε. Δεν υπρχει τποτα στο νησ.
 
ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ: Και τι σκφτεσαι να κνεις;
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Θα συνεννοηθ με τον δμαρχο του πιο κοντινο σ’ εμς νησιο να μας στλνει καθημεριν τις απαρατητες προμθειες: απ τη μια ζωοτροφς κι απ την λλη, ψωμ, ζυμαρικ, σπρια, δημητριακ, φροτα και λαχανικ, κρατα και πουλερικ, ακμα και ψρια, λα πρτης ποιτητας, και θα του τα πληρνω εγ, και μλιστα με το παραπνω.
 
ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ: Κι απ μνα, τι θλεις;
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Απ σνα θλω δο πργματα: να ελγχεις αν θα μας τα στλνουν σωστ σα θα παραγγλνουμε και να φροντζεις μετ να μοιρζονται στους νησιτες δκαια.
 
ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ: χε το λγο μου, δμαρχε! Πω κιλας να μιλσω με το λιμενρχη για τον λεγχο…
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: ρχομαι κι εγ. (Κλενει το τηλφωνο – προς τον κσμο) Μπορε να ρθε δη το καρβι με τα τρφιμα.
 
(Στο λιμνι ξεφορτνουν δματα και κοτες, λγοντας «Αυτ βλ’ το πιο κει.» «Πισε!» «Πρσεχε!» κλπ. – Φτνει ο Δμαρχος.)
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Γεια σας, παιδι!
 
ΦΩΝΕΣ: Γεια σας!
 
ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ: Γεια σου, Δμαρχε!
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Πο εναι ο Καπετνιος;
 
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Εδ εμαι κι εγ!
 
 (Χαιρετιονται δι χειραψας.)
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: (Στον Καπετνιο.) Αν μου φρνεις τα καλτερα προντα για τους συμπολτες μου, δε θα σε πληρνω με ευρ: θα σε πληρνω με χρυσφι. Και μλιστα, τσο σο και το βρος μου!». (Προς το κοιν.) τσι κι αλλις, τποτα δε θα μου στοιχσει. Τη μια θα κβω να χρυσδεντρο, την λλη θα σπω ναν χρυσβραχο, κι λοι οι νησιτες θα λνε: «Κοτα πς μας φροντζει ο Δμαρχς μας! Πρπει να τον ψηφσουμε λοι στις επμενες εκλογς!».
 
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Σμφωνοι! (Προς το κοιν.) Κθε φορ θα μου δνει γρω στα εκατ κιλ χρυσφι! Απ’ αυτ εγ θα δνω τα δκα στους εμπρους για τα τρφιμα και θα μοιρζω λλα δκα στους νατες μου, για να τους κλενω το στμα. Με τα ογδντα κιλ που θα μου μνουν, σε λγο καιρ θα γνω Κροσος!
 
ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ: Δμαρχε, το ξεφρτωμα τελεωσε. Ανβα τρα στην πλστιγγα να σε ζυγσουμε και να πληρσουμε τον νθρωπο να φγει.
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: (Στον Καπετνιο.) Καπετνιε, λα να δεις κι εσ, να μη μας πεις τι σε κοροδψαμε.
 
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Δμαρχε, τα ’χεις τα παχκια σου? εκατ κιλ, βαρι-βαρι!
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Να κψουμε αυτν το χρυσωμνο ευκλυπτο και να σε πληρσουμε. Θα ζυγζει οπωσδποτε εκατ κιλ!
 
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: χι! χι, ευκλυπτο. Το ξλο του εναι ελαφρ και μπορε και το χρυσφι του να μην τα πινει τα εκατ κιλ. Καλτερα να κψουμε να χρυσωμνο πεκο!
 
(Κβουν το πεκο σε κομμτια, το ζυγζουν, το βγζουν εκατ κιλ και το φορτνουν στο καρβι. Χαιρετιονται ευχαριστημνοι και ο καπετνιος και οι νατες του σηκνουν γκυρα για να γυρσουν στο νησ τους.)
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: (Στον Καπετνιο.) Στο καλ, Καπετνιε! Κι αριο πλι! (Στον Αστυνμο.) Ωραα, τα καταφραμε!
 
ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ: Ωραα, δε θα πει τποτα! Εξαιρετικ!
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Θα πω να μαζψω τους νησιτες στην πλατεα. Εσ λα με τα τρφιμα, να τους τα μοιρσεις. (Φεγει κι αρχζει να φωνζει.) Χρυσονησιτες και Χρυσονησιτισσες, μαζευτετε στην πλατεα για τρφιμα και ζωοτροφς!
 
(Οι Χρυσονησιτες συγκεντρνονται σε δυο σειρς. Ο Γραμματας σημεινει ονματα –απ αυτ που αναφρθηκαν πιο πριν– και δματα που μοιρζει ο Αστυνμος. Ο Δμαρχος καμαρνει σαν… βλαχοδμαρχος. Κθε Χρυσονησιτης, με το που παρνει το δμα του, γυρνει σπτι του. Τη στιγμ που χουν φγει λοι και ο Δμαρχος χει μενει μνος του, χτυπει το κινητ του.)
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Εμπρς!
 
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (Ουρλιζει.) Τι εμπρς! Δεν ντρπεσαι που με κοριδεψες;
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Τι λγια εν’ αυτ; Ποιος εστε, κριε;
 
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ποιος εμαι; Κνεις πς δε με γνωρζεις, παλιοαπατενα!
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Μη βρζετε, κριε, και πετε μου ποιος εστε!
 
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ο καπετνιος εμαι, ρε, και με κοριδεψες. Το χρυσφι που μου ’δωσες, τανε κλπικο.
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Τι; Πς; – Τλος πντων, ηρεμστε, και αριο που θα ξανρθετε, θα σας δσουμε λλο.
 
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Θα ρθω πρω πρω!
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Θα σε περιμνω. (Προς το κοιν.) λλο και τοτο! Το χρυσφι κλπικο; Αποκλεεται!
 
ΠΟΥΛΙΑ:             Χρυσνεμε, Χρυσνεμε,
     σε χρυσαπχη πινε με
     κθε πρω να μ’ ακουμπς
     σε λλο δντρο της χαρς!
                            
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Τι; ρχισαν να κελαηδνε τα πουλι; Θα ξημερσει! (Σχηματζοντας ναν αριθμ στο τηλφων του.) Πρπει να προλβουμε. – Ναι; Αστυνμε, εσ; Ναι, ναι, εγ, ο Δμαρχος. Με συγχωρες, που σε ξυπνω απ’ τα χαρματα, αλλ πρπει να κατεβομε στο λιμνι. χι, δεν ρθαν πειρατς. Αυτς ο παλαβς ο καπετνιος εναι πλι και δεν ξρω τι συμβανει. Τρχω εγ, κι λα κι εσ…
 
(Στο λιμνι.)
 
ΛΙΜΕΝΑΡΧΗΣ: (Στον Καπετνιο.) Γιατ δε μας πετς τον κβο να τον δσουμε στις δστρες;
 
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Οτε δνω οτε κατεβανω – κι λα τα τρφιμα θα τα πετξω στη θλασσα, τσι και δεν κνετε αυτ που θα σας πω!
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: (Λαχανιασμνος.) Καλημρα, Καπετνιε!
 
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Την καλ μρα θα τη δομε…
 
(Καταφτνει και ο Αστυνμος.)
 
ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ: Τι γινε, καπετνιε;
 
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Με κοροδψατε! Το χρυσδεντρο ταν ψετικο. Πς το λνε; Κλπικο. Πλρωσα τους εμπρους με τα δκα κιλ, δωσα και στους νατες το μερδι τους, κι ταν πγα να πρω το δικ μου μερδιο για να το βλω σε σγουρο μρος, με το που το γγιζα γινταν μαρο και διαλυταν σαν κοπρι.
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Τι;
 
ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ: Κοπρι;
 
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Αυτ που ακοτε! Κι αν δε θλετε να σας αφσω νηστικος, θα μ’ αφσετε να διαλξω μνος μου να χρυσβραχο, που θα ζυγζει δυο φορς τα εκατ κιλ!
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Εντξει, καπετνιε! Δεχμαστε τους ρους σου.
 
(Ττε το καρβι δνει στις δστρες, κι σπου να ξεφορτσουν τα τρφιμα, ο καπετνιος βγανει και ξεριζνει ναν τερστιο χρυσβραχο διακοσων κιλν και τον φορτνει στο κατστρωμα. Ικανοποιημνοι τελικ λοι ξαναπαρνουν το δρμο του γυρισμο: τον θαλασσιν ο καπετνιος, τον χερσαο οι Αρχς του χρυσονησιο. Ξαν χαρς και πανηγρια απ τους Χρυσονησιτες αλλ και πλι δρματα και κλματα απ τον καπετνιο. Γιατ, με το που τελεινει τη μοιρασι και πει να πρει το μερδι του, ο χρυσβραχος μαυρζει και διαλεται σαν κοπρι και μυρζει σχημα σαν τις σβουνις των τρελν αγελδων. Κι πως ορμον οι μλισσες πνω στον απρσεκτο μελισσοκμο, τσι ορμον πνω στον καπετνιο λες οι χρυσμυγες του κσμου.)
 
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τι καψνια εναι αυτ που μου κνεις; Δε φτνει που το χρυσφι μου γνεται κοπρι, μου στλνεις κι λες τις χρυσμυγες να με κυνηγνε;
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Ηρμησε, φλε μου, και θα βρομε τη λση…
 
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Σιγ! Εσες, οι πολιτικο, λο για λσεις μιλτε αλλ λσεις δε βλπουμε.
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Μη βρζεις, κι λα να δομε τι θα κνουμε,
 
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τι θα κνουμε; Θα σας αφσω να ψοφσατε λοι απ την πενα. Να, τι θα κνουμε. Αλλ εγ το χρυσφι μου θα το πρω. 
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Αυτ λω κι εγ, καπετνιε μου. Θα το πρεις το χρυσφι σου. Κι χι να δντρο να βρχο αλλ να ολκληρο χρυσβουνο θα σου δσω – μνο μην αφσεις νηστικος τους ψηφοφρους μου…
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Δκα στρμματα γης τη μια φορ, εκοσι την λλη, σαρντα την παρλλη ξεφλοδιζε ο καπετνιος και γμιζε το καρβι με χρυσφι. Και κθε φορ, τα δια και τα δια: μλις ο καπετνιος πγαινε να αγγξει το δικ του μερδιο, αμσως αυτ γινταν κατμαυρο και σιχαμερ σαν κοπρι απ ρρωστα ζα. Αλλ και κθε φορ τον κυρευε λο και πιο πολ η τρλα να γνει Κροσος. Να πισει χρυσφι στα χρια του και να παραμενει χρυσ. Κι σο αυτ δε γινταν, τσο ο καπετνιος τρελαινταν σπου μια μρα το καρφθηκε η ιδα τι φταιγε το καρβι του. Κι πως ταν γεμτο κοπρι, το παρτησε δεμνο σε κτι βρχια και νοκιασε να λλο, μεγαλτερο, για να πει με τρφιμα στο χρυσονσι και να γυρσει πσω με εκοσι τνους χρυσφι. σκαβε τη γη ο καπετνιος, ξερζωναν τους χρυσωμνους βρχους οι νατες του, ξεφλοδιζαν τα χρυσδεντρα οι κτοικοι του νησιο, σπου να συμπληρωθε κθε φορ το βρος του χρυσο. Αλλ, και με το νοικιασμνο καρβι, μετ τη μοιρασι, πλι το χρυσφι γινταν κοπρι.
 
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ: τσι πρασε ο καιρς, να φθινπωρο κι νας χειμνας, και το μνο χρυσφι που απμενε στο χρυσονσι ταν στις στγες των σπιτιν, στους τρολους των εκκλησιν και στα καμπαναρι. μως αυτ δεν ξεκλλαγε. σο και να προσπαθοσε ο καπετνιος με τους υποτακτικος του, αυτ μενε εκε να λμπει στον ανοιξιτικο ουραν.
Και ττε γινε το θαμα: απ τη σκαμμνη γη ρχισαν να ξεφυτρνουν χορταρκια μερα και στχια κι αγριολολουδα και θμνοι, κι απ τα ξεφλουδισμνα δντρα να κρμονται καρπο, λλοι χρυσο σαν πορτοκλια κι λλοι χρυσοκκκινοι σαν τους λωτος.
 
ΠΡΩΤΟΣ ΝΗΣΙΩΤΗΣ: Αυτ εναι το χρυσφι μας!
 
ΠΡΩΤΗ ΝΗΣΙΩΤΙΣΣΑ: Αυτ εναι η ελευθερα μας.
 
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΝΗΣΙΩΤΗΣ: Θα καλλιεργομε τη γη μας και θα ζομε απ αυτν.
 
ΔΕΥΤΕΡΗ ΝΗΣΙΩΤΙΣΣΑ: Θα δουλεουμε.
 
ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Δε θα ξαναγνουμε σκλβοι για να πιτο φα!
 
ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ: Λνε, μως, πως το καλτερο θαμα εναι το διπλ! Κι ο καπετνιος, σαν να τον γγιξε κποια καλ νεριδα με το μαγικ ραβδκι της και να τον κανε να την ακολουθσει, κατευθνθηκε σκυφτς, βουβς και σκεφτικς προς το λιμνι, ανβηκε στο νοικιασμνο καρβι και σκωσε γκυρα για το δικ του. Εχε καταλβει πια τι ο διος, με την απληστα του, μεττρεπε το χρυσφι σε κοπρι. Κι σπου να πηδσει απ το να κατστρωμα στο λλο, το διπλ θαμα ολοκληρθηκε: το καρβι του γινε μπροστ στα μτια του νας ολνθιστος κπος, που με τ’ αρματα και με τα χρματ του γλκανε την αρμρα της θλασσας κι ομρφυνε τα βρχια!
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: τσι ο γερο-καπετνιος μας αποκοιμθηκε στις ευωδις του παραδεσου και οι νησιτες μας –κι ο δμαρχος μαζ– ξαναπρανε τη μρα τους απ’ την αρχ και τη νχτα τους απ το τλος, τραγουδντας λοι μαζ:
 
     Μονχοι μας, Χρυσνεμε,
     αρχ καινορια κνουμε -
     απ’ το νησ μας μην περνς
     γιατ’ εσ’ εχθρς της λευτερις.
 
     Μονχοι μας, Χρυσνεμε,
     αρχ καινορια κνουμε -
    απ’ την Ελλδα μην περνς
    γιατ’ εσ’ εχθρς της λευτερις.
 
 
Α Υ Λ Α Ι Α
 
 
 
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:
Συγγραφ παραμυθιο: Φεβρουριος 2009.
Θεατρικ διασκευ: Σεπτμβριος 2009.
κδοση παραμυθιο*: Μιος 2012 (Εκδσεις Πατκη)
*Εικονογρφηση: Γιργος Ναζλς. Επιμλεια σειρς: Βασιλικ Νκα.
Πρτη παρουσαση της θεατρικς διασκευς*: 13 Ιουνου 2012.
*Απ τους μαθητς της Στ 1 και Στ 2 τξης του 4ου Δημοτικο Σχολεου νω Λιοσων. Τη σκηνοθετικ επιμλεια εχε η Φωτειν Ρουσσδου, δασκλα Θεατρικς Αγωγς, την εικαστικ, η Αγγελικ Μπμπορη, δασκλα Εικαστικν και τη μουσικ, ο συνθτης Κωστς Κριτσωτκης, δσκαλος Μουσικς στο σχολεο αυτ.
 
 
ΟΙ ΠΑΡΙΤΟΥΡΕΣ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ:
1. ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΚΙΘΑΡΑΣ (lead sheet)
2. ΠΛΗΡΗΣ ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ ΜΕ ΤΟ ΠΙΑΝΟ (score)
 
 
 
Για διευκρινσεις σχετικ με τη μουσικ: kkritsotakis@gmail.com
 
EMAIL   EMAIL
Bookmark and Share
: flash 8 , wmp9 , acrobat powered by eShopKey