Κατηγορίες

Άρθρο

Εσύ τι λες πολύτιμο πως είναι;

Εσύ τι λες πολύτιμο πως είναι;

 

Γράφει η Λίλη Λαμπρέλλη

Καλοκαίρι του 2015, πρώτη χρονιά προσφυγικής κρίσης και ήμουν στη Λέσβο. Μόλις επέστρεψα στην Αθήνα, ταρακουνημένη από όλη αυτή την οδύνη, έμαθα πως θα γίνω γιαγιά. Έτσι, θέλησα να γράψω ένα παραμύθι  μήνυμα για την αγέννητη εγγονή μου και για άλλα παιδιά (κυρίως αυτά που δε ζούνε σαν παιδιά) πάνω στα πιο σημαντικά πράγματα για τον καθένα μας. Κι αναρωτήθηκα. Τι θα μπορούσα να τους πω με ένα μόνο παραμύθι; Τι είναι το πιο πολύτιμο στον κόσμο; Κάτι που να μην έχει να κάνει με υλικά αγαθά αλλά που να μπορεί ο καθένας να το έχει μαζί του παντού: πίσω από συρματοπλέγματα, νηστικός, απαίδευτος, μόνος.

Ένα από τα ζώα που βρίσκω ελκυστικά για παραμύθια είναι ο ασβός, γιατί δεν είναι πολύ όμορφο και μυρίζει άσχημα, άρα θα πρέπει να τον αγαπούν όχι για το γονιδίωμά του αλλά για άλλες χάρες του. Έτσι, πήρα τον ρόλο του ασβού μέσα στο παραμύθι κι επειδή είμαι παραμυθού κι οι παραμυθάδες είμαστε εξ ορισμού αναζητητές κάποιας αλήθειας, τον έβαλα να ψάχνει την αλήθεια μου για το πιο πολύτιμο στον κόσμο, χωρίς να του μαρτυρήσω ότι δεν είχα ιδέα ποιο θα ήταν το τέλος του παραμυθιού.

Επειδή οι πιο παλιές μνήμες στον κόσμο είναι οι μνήμες των ορυκτών, o ασβός-alter ego μου ξεκίνησε από την πέτρα. Τη ρώτησε κι αυτή του απάντησε:

«Να ’σαι ελαφρύς και να πετάς».

«Έχει δίκιο η πέτρα», κάτι τέτοιο πρέπει να σκέφτηκε ο ασβός μου. Εξάλλου, ούτε εγώ θα ήθελα να ήμουν ορυκτό – ακίνητο κι αθάνατο. Θα προτιμούσα να είμαι ένα ολοζώντανο, εφήμερο πλάσμα: μύγα, κουνούπι, μέλισσα, πασχαλίτσα, πεταλούδα; Αυτό! Πεταλούδα. Δεν μπορεί να κάνει κακό, είναι όμορφη, είναι ευάλωτη και μπορεί να πετά μακριά. Άρα μπορεί να έχει άποψη για το θέμα. Όταν όμως ο ασβός ρώτησε την πεταλούδα, εκείνη του απάντησε πως θα προτιμούσε να είναι κάτι βαρύ που ν’ αντέχει.

Τι είναι βαρύ κι αντέχει και επιπλέον δεν είναι ορυκτό – που έτσι κι αλλιώς δε θα ήθελα να είμαι; Ένα δέντρο. Όμως το δέντρο που συνάντησα σαν ασβός  αναζητητής θα ’θελε να ταξιδεύει. Έτσι φτάσαμε στα πουλιά. Κι απ’ τα πουλιά στους ανθρώπους. Ένας ποιητής (ο Καβάφης, για την Κέλλυ Mαταθία-Κόβο) είπε πως μπορείς να έχεις ό,τι πιο πολύτιμο μέσα από τις λέξεις. Ύστερα ένας παραμυθάς (ο Άντερσεν για την Κέλλυ) είπε πως το πιο πολύτιμο είναι οι ιστορίες. Τέλος, ένα παιδί. Το παιδί που θα ήταν το εγγόνι μου, το παιδί πρόσφυγας, το παιδί μέσος αναγνώστης ενός παραμυθιού, το παιδί που κάποιοι μεγάλοι έχουν ακόμα ολοζώντανο μέσα τους. Κι αυτό απάντησε πως το πιο πολύτιμο ήταν το μοίρασμα, η φιλία, η συντροφικότητα, η αγάπη. Κι ύστερα ο ασβός μου ήρθε σ’ εμένα, τη συγγραφέα, που κοιμόμουνα κι ονειρευόμουνα αυτή την ιστορία, και με ρώτησε ποιο είναι το πιο πολύτιμο για μένα.

Έστειλα το παραμύθι στη φίλη μου Μαρία Παπαγιάννη για να μου πει τη γνώμη της κι εκείνη, μετά από κάμποσες κουβέντες, με βοήθησε να σταματήσω την αναζήτηση και να βάλω μια τελεία και μια παύλα στο κείμενό μου. Τότε, απάντησα στον ασβό: το όνειρό μου.

Όταν συνάντησα την Κέλλυ Ματαθία-Κόβο, στο σπίτι της για να δω τις πρώτες ζωγραφιές της, γοητεύτηκα. Ποτέ δε θα ξεχάσω εκείνο το κόκκινο καροτσάκι που σέρνει πίσω του ο ασβός για να μπουν μέσα όσοι βρεθούν στον δρόμο του, που –σαν κι αυτόν– αναζητούν τις αλήθειες της ζωής. Στις ζωγραφιές που ακολούθησαν, το κόκκινο καροτσάκι γέμιζε, όλο και γέμιζε με ζώα του δάσους. Ήθελαν να τα πάρει μαζί του ο ασβός ως την άκρη του παραμυθιού, εκεί που είναι το όνειρο.



Page generated: 18/11/2019 00:43:30