Κατηγορίες

Άρθρο

Το τραγούδι του πατέρα μου

Το τραγούδι του πατέρα μου

από τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη
 

Θυμάμαι τον πατέρα μου, παιδί ακόμη, να έρχεται τα χειμωνιάτικα βράδια κουρασμένος από το μαγαζί, να πλένεται, να τρώει και μετά να πιάνει την κιθάρα στα χέρια του. Μέχρι να μπει η τηλεόραση στο σπίτι, αυτό συνέβαινε σχεδόν καθημερινά. Την κούρντιζε, έπαιζε μερικά τραγούδια, έλεγχε τις χορδές και τις πένες. Η μάνα μου παρατούσε τις μικροδουλειές, καθόταν δίπλα του με κέφι και τραγουδούσε κι αυτή. Ακόμη και σήμερα τραγουδάει, ολομόναχη, κι ας μην έχει δίπλα της τον κιθαριστή να της δίνει τον ρυθμό.

Φεύγοντας στα δεκαοκτώ από το σπίτι, η σχέση μου με τους γονείς μου παρέμενε τρυφερή και προστατευτική. Και όταν αργότερα άρχισαν να εκδίδονται τα βιβλία μου, έβλεπα πόσο το χαιρόταν ειδικά εκείνος, μιας και δεν έμαθα να παίζω κι εγώ ένα μουσικό όργανο, που τόσο το επιθυμούσε, αλλά καλλιεργούσα ένα άλλο είδος τέχνης. Του έλεγα κάθε φορά για το βιβλίο που σχεδίαζα να γράψω, λες και περίμενα ένα νεύμα του, μια έγκριση. Ακόμη και στο πολύ τολμηρό Παρτάλι, προσπάθησα να του εξηγήσω την ιστορία, ήθελα πάντα την αποδοχή του.

Ωστόσο, μέσα στα δεκαπέντε μέχρι στιγμής μυθοπλαστικά βιβλία μου, εκείνος δεν εμφανιζόταν ποτέ. Στον περισσότερο αυτοβιογραφικό Ναύτη, η μάνα μου είχε έναν μεγάλο ρόλο, εκείνος ελάχιστα. Ήταν όμως δίπλα μας στη ζωή, σταθερά, χωρίς να επιβάλλεται.

***

Όσο μεγάλωνε (πόσο άδικο μου ακούγεται το «γερνούσε»), έβλεπα την κιθάρα του αφημένη πάνω στην ντουλάπα κι αναρωτιόμουν πού πήγαν τόσα τραγούδια, τόσοι γάμοι που έπαιζε στα γλέντια, όπως και στα κέντρα στις γιορτές. Ταυτόχρονα μάζευα τις φωτογραφίες του φτιάχνοντας ένα μικρό αρχείο. Στις περισσότερες έπαιζαν οι τρεις φίλοι, το «Τρίο Καντάδα»: κιθάρα, βιολί, ακορντεόν. Πήγαινα κι εγώ μαζί τους στους γάμους, θυμήθηκα πόσο κέφι έδιναν με τα ελληνικά αλλά και λατινοαμερικάνικα τραγούδια, που τα τραγουδούσε ο πατέρας μου χωρίς να γνωρίζει ισπανικά.

Το 1998 έγραψα μια ιστορία για τον πατέρα μου και τη σχέση του με το τρίο, αλλά την άφησα στα σημειωματάριά μου. Μπορεί να ήταν αγρότης και παντοπώλης, όμως αγαπούσε πάρα πολύ τη μουσική και το σπίτι γέμιζε με δίσκους βινυλίου χρόνο με τον χρόνο. Αυτή η πλευρά του με συγκινούσε, όπως θαύμαζα την εργατικότητά του όταν τον έβλεπα στον κάμπο με τι δύναμη δούλευε στα καπνά.

Τον ρωτούσα τι απέγινε ο ακορντεονίστας, είχε χαθεί από τη ζωή του, όμως ο βιολιστής παρέμενε στη γειτονιά μας στο χωριό, βλεπόμασταν τα καλοκαίρια αλλά κι εκείνος έφυγε από τη ζωή πριν τον πατέρα μου.

                                                                                         ***

Αποφάσισα να γράψω την ιστορία τους. Να την αφιερώσω στον πατέρα μου, καθώς ωρίμαζε μέσα μου, μαζί με τα δικά μου χρόνια.

Λέγεται ότι μετά τα εξήντα ένας συγγραφέας έχει κάθε δικαίωμα να αυτοβιογραφείται. Θα έλεγα ότι αυτό το κάνει έμμεσα σ’ όλα του τα βιβλία, ειδικά όσοι γράφουμε από εσωτερική ανάγκη και δε μας προέκυψε το γράψιμο περιστασιακά.

Του χρωστούσα αυτό το βιβλίο. Το πιο υβριδικό μου βιβλίο, γεμάτο φωτογραφίες που συνομιλούν με το κείμενο, άραγε μια εξομολογητική, αυτοβιογραφική ή βιωματική γραφή; Autofiction, που τόση πέραση έχει στα χρόνια μας, τα κουρασμένα από τις βαρυφορτωμένες μυθοπλασίες;

Φυσικά το κείμενο δεν είναι ένα πιστό χρονικό. Έχει κι αυτό τις μυθοπλαστικές του στιγμές. Γιατί, όσο πιστός κι αν έμεινα στην ιστορία του πατέρα μου, οι ιστορίες των άλλων δύο έπρεπε να αναπλαστούν μέσα από μαρτυρίες και περιγραφές αλλονών, φίλων και συγγενών τους. Όμως κι εκεί δεν υπάρχει καμιά υπερβολή, όσο και αν ακούγεται «μυθιστορηματική» η ιστορία του ακορντεονίστα στην Αργεντινή ή το πάθος του με τη μικρή Σμυρνιά. Είναι εξακριβωμένα, αφού κι εγώ ήμουν παρών σε κάποιες από τις φάσεις αυτές. Ωστόσο, όχι μέσα στο μυαλό τους.

Το βιβλίο είναι γεμάτο μουσική, κέφι και τραγούδι. Τραγουδάω μαζί τους, στις αυλές, στους δρόμους καθώς συνοδεύουν τις νύφες, στα κέντρα ενώ διασκεδάζουν τον κόσμο.

Τραγουδάω για τον πατέρα μου και τους φίλους του, τη γενιά τους, ανασύρω με συγκίνηση τις ταπεινές ζωές τους. Η τόσο αληθινή ιστορία τους ήθελα να ειπωθεί απλά, λιτά, δεν ήθελα να την μεταπλάσω σε ένα μεγάλο μυθιστόρημα. Άλλωστε από μόνη της είναι ένα μικρό μυθιστόρημα.

Πιστεύω ότι θα το χαιρόντουσαν αυτό το βιβλίο και οι τρεις τους, όπου και να ’ναι τώρα. Και ειδικά ο πατέρας μου. Τώρα πια τον τραγουδώ, κάπου κάπου θα του διαβάζω μερικές σελίδες από τη ζωή που έζησε αλλά δεν πρόλαβε να τη διαβάσει. Κι αυτός θα χαμογελάει περήφανος για το τραγούδι του.

Θεόδωρος Γρηγοριάδης
Νέα Σμύρνη, Νοέμβριος 2019

Το βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη "Το τραγούδι του πατέρα" θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Πατάκη στα τέλη Νοεμβρίου 2019.

 



Page generated: 08/12/2019 07:30:12