Κατηγορίες

Άρθρο

Μαρία Σκιαδαρέση, Προσωπογραφίες

Μαρία Σκιαδαρέση, Προσωπογραφίες

Γράφει η Βασούλα Κατέρη

 

Η αρχαιολόγος και συγγραφέας Μαρία Σκιαδαρέση μέσα από τη σειρά «Προσωπογραφίες» και με όχημα τη λογοτεχνία φιλοδοξεί να φέρει κοντά στους αναγνώστες ιστορικά πρόσωπα που έζησαν και έδρασαν λίγα χρόνια πριν τη σύσταση του ελληνικού κράτους. Στο βιβλίο Τα χρόνια της φωτιάς συστήνεται ο Κωνσταντίνος Κανάρης, στο επόμενο με τίτλο Λίγο πριν το τέλος ο Ρήγας Βελεστινλής και στο βιβλίο Ο πρίγκιπας τη σκυτάλη παίρνει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης.

Οι καλαίσθητες εικόνες της εικονογράφου Κατερίνας Βερούτσου συνοδεύουν αρμονικά το κείμενο, σχεδιασμένες σε άσπρο-μαύρο με γραμμές αυστηρές και λιτές. Ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα είναι η τεχνική της αφού αποτυπώνεται επιτυχώς το κλίμα και η ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής. Προς διευκόλυνση των αναγνωστών, συμπληρωματικές πηγές πλαισιώνουν κάθε σελίδα επεξηγώντας και δίνοντας περαιτέρω πληροφορίες για πρόσωπα και γεγονότα της εν λόγω περιόδου.

Στην Ελλάδα του 1861, όταν βασιλιάς είναι ο Όθωνας, ο Κωνσταντίνος Κανάρης, απόμαχος πια και αποτραβηγμένος από τα κοινά, ζει με την οικογένειά του λίγο έξω από την Αθήνα. Ο Ρώσος ναύαρχος Σεστακόφ φτάνει με τον στόλο του στο λιμάνι του Πειραιά. Πέρα από τις υπηρεσιακές του υποχρεώσεις επιθυμεί να γνωρίσει από κοντά τον θρυλικό πυρπολητή που η φήμη του έφτανε στα πέρατα της οικουμένης. Για τον ηρωισμό του και τα κατορθώματά του στον ναυτικό αγώνα εναντίον των Τούρκων γράφονταν ποιήματα και τραγούδια. Επίσης Ευρωπαίοι διανοητές εκθειάζουν τη δράση του και τη λαμπρή του προσωπικότητα. Στην πραγματικότητα ο Κωνσταντίνος Κανάρης είναι ένας άνθρωπος ταπεινός και καλοσυνάτος. Δεν του αρέσουν οι μεγαλοστομίες και οι τυμπανοκρουσίες. Για εκείνον τα επιτεύγματα της επανάστασης ανήκουν στη συλλογική προσπάθεια και σε καμιά περίπτωση δεν αποτελούν προσωπική κατάκτηση. Η συστολή του είναι εμφανής όταν ο Ρώσος πρέσβης τού ζητά εκ μέρους των αξιωματικών τού ρωσικού στόλου να εξιστορήσει κάποιους από τους λαμπρούς του άθλους. Στο σημείο αυτό ξεκινά μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση όλο ζωντάνια και χάρη. Ο αναγνώστης στέκεται πλάι στον ήρωα κι ακούει τα γεγονότα από το στόμα του. Ο Κανάρης μιλά για την τέχνη του μπουρλότου, για τους κινδύνους που ελλοχεύουν κάθε στιγμή και τις αναποδιές που προκύπτουν σε κάθε δύσκολο εγχείρημα. Διηγείται πώς ο Παπανικολής κατάφερε να πυρπολήσει το τουρκικό δίκροτο στην Ερεσό κι αυτό το γεγονός ήταν καθοριστικό για να γίνει κι εκείνος πυρπολητής. Οι θύμησες αυτές τον συγκινούν, τον μεταφέρουν πάλι στο πεδίο της μάχης και αναβιώνει την αντάρα του πολέμου. Συνεχίζει τη διήγηση με τη μάχη στα στενά του Γέροντα, το 1824. Μαζί με τον Πιπίνο και τον Μιαούλη πυρπόλησαν τη ναυαρχίδα του Καρά-Αλή και χιλιάδες Τούρκοι σκοτώθηκαν. Η επιχείρηση αυτή δεν ήταν καθόλου εύκολη. Διαφωνίες, αμφιβολίες, φόβοι καραδοκούσαν, αλλά όλοι μαζί τα ξεπέρασαν αυτά και ρίχτηκαν με ψυχή στον εχθρό. Η νίκη αυτή ήταν μια απάντηση για τη σφαγή στη Χίο. Η εξιστόρηση ήταν ζωηρή και όλοι οι αξιωματικοί άκουγαν συνεπαρμένοι. Διψούσαν να γίνουν ακροατές κι άλλων τέτοιων ηρωικών αναμετρήσεων. Ήδη όμως ο παλαίμαχος αγωνιστής είχε πει αρκετά… «Τον κουράζει να μιλάει για τα κατορθώματά του κι αν σήμερα βγήκε από τις συνήθειές του, είναι γιατί μίλησε σε θαλασσινούς».

Στο βιβλίο Λίγο πριν το τέλος, ο Ρήγας Βελεστινλής βρίσκεται φυλακισμένος μαζί με τους συντρόφους του σ’ ένα σκοτεινό κελί του πύργου Νεμπόισα στο Βελιγράδι. Αποκαμωμένος από τα βασανιστήρια και τις κακουχίες της υγρής αυτής φυλακής, το μόνο πράγμα που τον κρατά ακόμα ζωντανό είναι η σκέψη του. Ένας έντονος εσωτερικός μονόλογος που του καίει τα σωθικά. Σκέφτεται τους συντρόφους που υποφέρουν εξαιτίας του, σκέφτεται το όραμά του για την ελευθερία της πατρίδας. Αναθυμάται όσα έζησε από παιδί. Αγαπούσε τα γράμματα και φοίτησε στα καλύτερα σχολεία της Θεσσαλίας, έπειτα πήγε στη Μονή Βατοπεδίου κι αποκεί στην Πόλη ως γραμματικός του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Μεταβαίνει στο Βουκουρέστι και εκεί συναντά τον αγαπημένο του δάσκαλο, τον Δημήτριο Καταρτζή. Οι γνωριμίες του πλήθαιναν, οι ικανότητές του ήταν αξιοπρόσεχτες αφού λίγο μετά καταφέρνει να γίνει γραμματικός του ηγεμόνα της Βλαχίας και Μολδαβίας Μαυρογένη. Σειρά πήρε η Βιέννη. Εκεί γνώρισε πολλούς Έλληνες της παροικίας και τύπωσε τα πρώτα του κείμενα. Επιστρέφοντας στο Βουκουρέστι, συναναστράφηκε με Γάλλους και ενστερνίστηκε τους στόχους της Γαλλικής Επανάστασης. Έτσι, εμπνεύστηκε να σχεδιάσει το μελλοντικό σύνταγμα του ελληνικού κράτους.

Η αποπνικτική ατμόσφαιρα του κελιού τους και η εξαθλίωση των συντρόφων του ενισχύουν τη θλίψη του. Νιώθει απόγνωση και η σκέψη του πάλι γλιστράει στην προδοσία του Δημήτρη Οικονόμου, συνεταίρου του πιστού φίλου του, του Αντώνη Κορωνιού. Ο Οικονόμου είναι ο άνθρωπος που παραβίασε το υλικό που έστειλε ο Ρήγας στον Κορωνιό και το παρέδωσε στην αυστριακή αστυνομία. Πρόκειται για το σπουδαίο έργο του Βελεστινλή που περιλαμβάνει την Επαναστατική Προκήρυξη, τα Δίκαια του ανθρώπου, το Σύνταγμα και τον Θούριο. Συλλαμβάνονται άμεσα και παραδίδονται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κάτω από άκρα μυστικότητα. Δίκη δεν έγινε ποτέ. Η αγωνία του επικείμενου θανάτου ξεθάβει και την παραμικρή ανάμνηση ζωής. Λίγο πριν το αποτρόπαιο τέλος τους, ο Ρήγας ρουφά τη μυρωδιά της άνοιξης και μόνο για μια στιγμή λυγίζει. «Δεν την αξίζαμε τέτοια τύχη. Είχαμε τόσα να κάνουμε ακόμα! Η αξία του ανθρώπου μετριέται με όσα αφήνει πίσω του κι η κληρονομιά που εμείς αφήνουμε είναι η μεγάλη αγάπη μας για την ελευθερία, αγάπη ως τη θυσία».

Στο τρίτο βιβλίο, που φέρει τον τίτλο Ο πρίγκιπας, καταγράφονται σε πρόχειρα τετράδια τα έργα και οι ημέρες του πρίγκιπα Υψηλάντη, όπως τα έζησε ο Κυριακός Γιακωβάκης, που από μικρό παιδί ο πρίγκιπας τον πήρε στο πλάι του. Έτσι κι ο Κυριακός στάθηκε δίπλα του, με την ίδια αγάπη και αφοσίωση, μέχρι το οδυνηρό του τέλος. Μέσα από τις σημειώσεις του φωτίζεται ο ευαίσθητος χαρακτήρας του Υψηλάντη και η λαμπρή του προσωπικότητα. Καθώς τα χρόνια περνούν κι ενώ τα τετράδια του Γιακωβάκη είναι χαμένα, μια παράξενη ιστορία που μόνο η ζωή ξέρει να σκαρώνει, ίσως κι η λογοτεχνία, θα τα ξαναφέρει στο φως. Ο Στέφανος Καρατζάς από την Κωνσταντινούπολη βρίσκεται στη Βιέννη για σπουδές. Μένει στο σπίτι της εγγονής του Γιακωβάκη χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα γι’ αυτό. Από τον παππού του άκουγε συχνά ιστορίες για τον πρίγκιπα. Ο Λουκάς Καρατζάς μιλούσε πάντα με θαυμασμό και συγκίνηση για τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Ήταν εξάλλου ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, αξίωμα που του προσφέρθηκε από τον Εμμανουήλ Ξάνθο. Ο Υψηλάντης αγαπούσε με πάθος την πατρίδα και θυσίασε τη ζωή του για τον αγώνα της ελευθερίας. Παραιτήθηκε από τον ρωσικό στρατό και συγκρότησε το δικό του στρατιωτικό σώμα. Ωστόσο ο τσάρος της Ρωσίας δεν τον υποστήριξε κι ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ τον αφόρισε. Η μάχη του Δραγατσανίου (Ιούνιος 1821) συμπλήρωσε τις κακοτυχίες του. Όταν έφτασε στην Αυστρία, συνελήφθη κι έπειτα φυλακίστηκε στο φρούριο Μούγκατς της Ουγγαρίας. Η ήδη κλονισμένη υγεία του δεν άντεξε στις κακουχίες. Πέθανε στη Βιέννη μόλις στα 35 του χρόνια, έναν χρόνο μετά την αποφυλάκισή του.

Ο παππούς Καρατζάς εξομολογείται στον εγγονό του λίγο πριν φύγει για τη Βιέννη ότι σκοπεύει να γράψει ένα βιβλίο που θα μιλά για την αθέατη πλευρά του πρίγκιπα, για όσα ακολούθησαν μετά τον πόλεμο, γι’ αυτούς που έμειναν δίπλα του μέχρι το τέλος. Επίσης του αποκάλυψε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα καιρό πριν. Το πρόσωπο κλειδί σ’ αυτό είναι ο Κυριακός Γιακωβάκης. Αν ο Στέφανος έβρισκε στοιχεία για εκείνον στη Βιέννη, θα συμπλήρωνε το υλικό του για τον πρίγκιπα. Αυτό το σύγγραμμα του είχε ξαναδώσει ζωή. Κι όσο ο Λουκάς Καρατζάς γράφει και βάζει σε σειρά τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου που έδρασε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο εγγονός Στέφανος Καρατζάς έρχεται αντιμέτωπος με την αλήθεια. Ένα απίστευτο παιχνίδι της μοίρας έφερε κάποια από τα τετράδια του Γιακωβάκη στα χέρια του. Ένας θησαυρός ανεκτίμητος που φτάνει τελικά στην Κωνσταντινούπολη. Ο γερο-Καρατζάς μελετά με προσοχή και περισσή συγκίνηση τις μαρτυρίες του Γιακωβάκη. Είναι αυτές που διαφοροποιούν το πόνημά του με οποιοδήποτε άλλο έχει γραφεί για τον Υψηλάντη. Δίνουν πνοή και υπόσταση στον θλιμμένο πρίγκιπα.

Τρία βιβλία, τρία πρόσωπα, τρεις διαφορετικές αφηγήσεις. Ο Κανάρης διηγείται ο ίδιος τα κατορθώματα του ναυτικού αγώνα λίγο μετά την κήρυξη της επανάστασης. Ο Ρήγας, παραδομένος σ’ έναν συγκινητικό εσωτερικό μονόλογο λίγο πριν τον θανατώσουν, βάζει τη σπίθα για να ανάψει η φλόγα της επανάστασης. Για τον πρίγκιπα Υψηλάντη μιλάει το ψυχοπαίδι του μέσα από τα τετράδιά του κι ο γερο-Καρατζάς μέσα από το βιβλίο που συγγράφει σκιαγραφώντας τον ήρωα με τον εύθραυστο χαρακτήρα. Ξεδιπλώνεται μια μυστηριώδης ιστορία, εγκιβωτίζοντας μέσα της άλλες μικρότερες που ωστόσο κρατούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο. Κινείται πότε στο παρελθόν και πότε στο παρόν, ενώ ενδιάμεσα παρεμβάλλονται πότε οι γραφές του Γιακωβάκη και πότε του Καρατζά με φόντο στο βάθος τη βιογραφία του πρίγκιπα. Ευρηματική αφηγηματική τεχνική που προκαλεί τον αναγνώστη να φτάσει στο τέλος χωρίς ανάσα.

Πρόκειται για τρία αξιόλογα βιβλία που διαβάζονται μονορούφι ενώ ταυτόχρονα επιτυγχάνουν να προκαλέσουν συγκίνηση, θαυμασμό και περιέργεια για περαιτέρω αναδίφηση στα γεγονότα που προηγήθηκαν αλλά κι εκείνα που έκριναν την έκβαση της Ελληνικής Επανάστασης. Το στοιχείο που τα κάνει να ξεχωρίζουν από άλλα αναγνώσματα με συναφή θεματική είναι ότι και τα τρία κείμενα δεν εστιάζουν τόσο στην επαναστατική δράση, αλλά κυρίως φωτίζουν την ανθρώπινη διάσταση των ηρώων με τις αρετές και τις αδυναμίες τους.

 

Μαρία Σκιαδαρέση, Σειρά: Προσωπογραφίες
1.
Τα χρόνια της φωτιάς - Κωνσταντίνος Κανάρης
2. Λίγο πριν το τέλος - Ρήγας Βελεστινλής
3. Ο πρίγκιπας - Αλέξανδρος Υψηλάντης

Εικονογράφηση: Κατερίνα Βερούτσου

 

Η Βασούλα Κατέρη είναι αναγνώστρια και έχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών με ειδίκευση «Ανάγνωση, Φιλαναγνωσία και Εκπαιδευτικό Υλικό» από το ΕΚΠΑ.

 



Page generated: 01/04/2020 08:45:03