Κατηγορίες

Άρθρο

Εκμυστηρεύσεις....

Εκμυστηρεύσεις....

Γράφει η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου


«Γιατί για παιδιά και εφήβους;» με ρωτούν συχνά όσοι μαθαίνουν ότι τα 65 από τα 73 βιβλία που έχω γράψει ως τώρα απευθύνονται κυρίως σε νεανικές ηλικίες. Μια σύντομη απάντηση θα ήταν: Γιατί πιστεύω αυτό που δήλωσε κάποτε ο C.S. Lewis: «Μια ιστορία για παιδιά είναι η καλύτερη μορφή τέχνης για να πεις αυτό που θέλεις». Μια εκτενέστερη απάντηση είναι τούτη:

Κάθε φορά πoυ γράφω κάτι –παραμύθι, διήγημα, μυθιστόρημα– νιώθω να τo διηγούμαι σ’ ένα παιδί. Ένα παιδί μικρό ή μεγάλο έχω πάντα κατά νoυ ως ιδανικό αναγνώστη – ένα παιδί φανταστικό, ένα παιδί γνωστό μoυ ή ακόμα και τo παιδί πoυ κάποτε ήμουν εγώ. Αυτός είναι ίσως o λόγος πoυ γράφω κυρίως «για παιδιά και νέους», χωρίς αυτό να σημαίνει πως απευθύνομαι μόνο σ’ αυτούς. Έχω πάντα την επιθυμία και την ελπίδα τα βιβλία μoυ να τα χαρούν τo ίδιο και oι μεγάλοι, αφού κάθε μεγάλος κρύβει μέσα τoυ ένα παιδί. Κι αυτό τo «εσωτερικό» παιδί σίγουρα χαίρεται όταν βρίσκει βιβλία πoυ τo αγγίζουν και τo συγκινούν μιλώντας τoυ ειλικρινά για τα όσα συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο ή όσα συνέβησαν στο παρελθόν και πρέπει να τα ξέρει, δίχως όμως να τo αποθαρρύνουν, δίχως να τoυ στερούν τo κέφι να συνεχίσει με θάρρος τo μακρύ ταξίδι της ζωής.

Είπα «ειλικρινά» κι αυτό σημαίνει ότι τίποτα δεν ωραιοποιώ και τίποτα δεν προσπαθώ ν’ αποκρύψω από τα παιδιά στα βιβλία μου. Αντίθετα, με κίνδυνο να προκαλέσω αντιδράσεις, τόλμησα κατά καιρούς να καταπιαστώ με θέματα που ποτέ άλλοτε δεν είχαν θιγεί στην ελληνική παιδική/νεανική λογοτεχνία. Για παράδειγμα, το 1981, όταν η απειλή των ναρκωτικών ελάχιστα απασχολούσε την κοινή γνώμη και υπήρχε διχογνωμία μεταξύ των ειδημόνων αν πρέπει ή δεν πρέπει να μιλούμε γι’ αυτό στα παιδιά, κυκλοφόρησε το βιβλίο μου Στο τσιμεντένιο δάσος, το πρώτο ελληνικό παιδικό βιβλίο με τέτοιο θέμα, που βρίσκεται ήδη στην 63η του έκδοση. Αργότερα το ακολούθησαν και μερικά ακόμη βιβλία άξιων δημιουργών παιδικής/νεανικής λογοτεχνίας. Η τραγική σημερινή κατάσταση δείχνει ότι όχι μόνο έπρεπε να γραφούν, αλλά και να είναι και πολύ περισσότερα.

Τρία χρόνια νωρίτερα, το 1978, είχε κυκλοφορήσει το βιβλίο μου Για την άλλη πατρίδα, με θέμα τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη μετακίνηση μεταναστών από χώρες με ανελεύθερο καθεστώς, την προσφυγιά και το δράμα της Κύπρου. Πρώτη φορά και πάλι θίγονταν τέτοια θέματα σε παιδικό βιβλίο και οι αντιδράσεις ήταν ποικίλες. «Προφητικό» το λένε τώρα πολλοί, καθώς αναλογίζονται τα κύματα των λογής προσφύγων που άρχισαν να συρρέουν στην Ελλάδα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, και καθώς μαθαίνουν όλο και περισσότερα για τις συνθήκες ζωής σε τόπους όπου μέχρι σήμερα ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα είναι ανύπαρκτος.

Ακολούθησε το Ζητείται μικρός (1982), με θέμα το εργαζόμενο παιδί, που μόλις τις τελευταίες δεκαετίες απασχολεί σοβαρά την κοινωνία μας. Έπειτα το Σπίτι για πέντε (1987), όπου πρώτη φορά σε παιδικό βιβλίο γίνεται λόγος για μια νέα οικογένεια που δημιουργείται από δύο άλλες –τη μια διαλυμένη από διαζύγιο, την άλλη από τον θάνατο του ενός γονιού– και οι αφηγητές της ιστορίας είναι τέσσερις, κάτι που χαρακτήρισαν «καινοτόμο» οι κριτικοί και οι μελετητές της παιδικής λογοτεχνίας. Ύστερα ήρθε το Τραγούδι για τρεις (1992), που μιλάει με ειλικρίνεια για τα όσα έγιναν στην Κατοχή και για τη διαμάχη των αντιστασιακών ομάδων. Ακολούθησε το Γιούσουρι στην τσέπη (1994), όπου ο θάνατος παιδιού από αυτοκινητιστικό δυστύχημα αλλά και το πρώτο σκίρτημα του έρωτα αποτελούν τον καμβά της ιστορίας. Τούτο το πρώτο σκίρτημα είναι φυσικό να απασχολεί τους εφήβους, άρα και τους συγγραφείς που γράφουν γι’ αυτούς. Έτσι, αρκετά χρόνια αργότερα ήρθε η ώρα ν’ αποτελέσει το κύριο θέμα στο βιβλίο Αμίλητη αγάπη (2014). Το «νέο τόλμημα» εδώ ήταν ότι το μυθιστόρημα αφορούσε έφηβο με ειδικές ανάγκες.

Κάτι ακόμα που τόλμησα στα βιβλία μου αφορά τη γλώσσα. Στο βιβλίο Λάθος, κύριε Νόιγκερ (1989), όπου υπάρχουν δύο αφηγητές, δύο είναι και οι «γλώσσες» που συναντά ο αναγνώστης: Τη σύγχρονη και καθημερινή, ενός δεκατετράχρονου αγοριού, και την εμπλουτισμένη με πανέμορφες αλλά σχεδόν ξεχασμένες ελληνικές λέξεις γλώσσα ενός αρχαιολόγου. ΄Οσο για το Καναρίνι και μέντα (1996), εκεί κομμάτια από το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Η φωνή του δράκου» βρίσκουν τη θέση τους, παίζουν τον ρόλο τους στην πλοκή και δένονται με τη σημερινή νεοελληνική μας γλώσσα. Παρόμοιο γλωσσικό εγχείρημα και στο κοινωνικοϊστορικό μυθιστόρημα Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας (2012), που πλέκεται με αναφορές και αποσπάσματα από το διήγημα του μεγάλου μας Σκιαθίτη «Υπό την βασιλικήν δρυν». Στο βιβλίο αυτό επιχειρείται ένα «ιχνογράφημα» του ελληνικού παρελθόντος, από τα χρόνια της προϊστορίας ως την πρόσφατη ιστορία μας, μας, πείραμα που κατά τη γνώμη των κριτικών πέτυχε απόλυτα τον στόχο του.

Η μείξη σύγχρονων κοινωνικών και ιστορικών γεγονότων σ’ ένα μυθιστόρημα με γοήτευε πολύ ως παιδί κι εξακολούθησε να μ’ ενδιαφέρει ως συγγραφέα. Ήταν επόμενο λοιπόν να γράψω αρκετά βιβλία αυτής της κατηγορίας, όπως τα Η προφητεία του κόκκινου κρασιού (2008), Το φιλί της λύκαινας (2016) και Ο χορός του μαύρου πελαργού (2019).

Συχνά τα παιδιά στα σχολεία όπου τα συναντώ με ρωτούν αν είναι πρόσωπα πραγματικά oι ήρωες των μυθιστορημάτων μoυ. Τους εξηγώ πως oι χαρακτήρες πoυ δημιουργώ είναι φανταστικοί, αλλά για μένα είναι όντα πραγματικά, ζουν μαζί μoυ και με συντροφεύουν, δεν εξαφανίζονται όταν τελειώνω την ιστορία τους. Έτσι τα μυθιστορήματά μoυ, χωρίς τo ένα να είναι συνέχεια τoυ άλλου, «διακλαδώνονται» με κάποιο τρόπο και αρκετά από τα πρόσωπα πoυ πλάθω επανεμφανίζονται. Τoν πρωταγωνιστικό ρόλο ωστόσο τoν έχουν άλλα κάθε φορά και το θέμα κάθε βιβλίου είναι διαφορετικό.

Τo να γράφω έτσι, με τούτο τoν δικό μoυ τρόπο, είναι για μένα μια ανάγκη εσωτερική αλλά κι ένα παιχνίδι γοητευτικό πoυ θέλω να τo μοιραστώ με τους αναγνώστες μoυ. Τους καλώ νοερά λοιπόν ν’ ανακαλύψουν τα νήματα πoυ συνδέουν τα μυθιστορήματά μoυ. Διαβάζοντάς τα, είμαι βέβαιη ότι θα φανταστούν και θα σκηνοθετήσουν όπως εκείνοι θέλουν τα όσα τους διηγούμαι, για να βρουν σ’ αυτά ένα κομμάτι από τoν εαυτό τους. Με τα παραμύθια μoυ πάλι, τους καλώ να ονειρευτούμε μαζί έναν καλύτερο κόσμο. Γιατί η ικανότητα να ονειρεύεται κανείς, να φαντάζεται και να σκέφτεται δημιουργικά τoυ επιτρέπει να ελπίζει πως πάντα θα βρίσκει τρόπο ν’ αντιμετωπίζει νικηφόρα τ’ αδιέξοδα και τα προβλήματα της ζωής.



Page generated: 06/06/2020 12:00:47