Κατηγορίες

Άρθρο

Ελένη Δικαίου, Μου μαθαίνετε να χαμογελάω, σας παρακαλώ;

Ελένη Δικαίου, Μου μαθαίνετε να χαμογελάω, σας παρακαλώ;

Γράφει η Βασούλα Κατέρη

 

Αλήθεια, ποιος έδωσε Πανελλήνιες εξετάσεις και δεν έχει μια ιστορία να πει γι’ αυτή την εμπειρία; Ποιος δε θυμάται αυτή την περίοδο της ζωής του άλλοτε με φωτεινά χρώματα κι άλλοτε πιο σκούρα; Πόσο ισχυρός είναι ο ρόλος της οικογένειας, το σχολικό περιβάλλον, η φιλία; Αυτή η αίσθηση ή τελικά η ψευδαίσθηση ότι ακροβατείς σε τεντωμένο σκοινί χωρίς δίχτυ προστασίας από κάτω; Αυτά και πολλά ακόμα θα μας κάνει ν’ αναλογιστούμε η Ιφιγένεια, το κορίτσι αυτής της ιστορίας που «θυσιάζει» την εφηβεία της για το χατίρι των άλλων.

Αλλά ας δούμε από πιο κοντά την ιστορία (spoiler alert!)…

Η Ιφιγένεια είναι το καλό παιδί που φυλάει τις επιθυμίες της γι’ αργότερα. Είναι άριστη μαθήτρια, επιμελής, έξυπνη, ενίοτε εκρηκτική, μόνο που οι εκρήξεις της είναι αθόρυβες και σβήνουν μέσα της σαν βρεγμένα βεγγαλικά. Είναι μοναχοπαίδι κι απορροφά όλους τους κραδασμούς της στενής της οικογένειας. Κυρίαρχο πρόσωπο είναι η μητέρα της, συντηρητική και αυταρχική, με πολλές φοβίες και ιδεοληψίες, αγκιστρωμένη στην Ιφιγένεια. Ο πατέρας της είναι ήπιος χαρακτήρας, της αφήνει περισσότερο χώρο, της δείχνει την αγάπη και την εμπιστοσύνη του παρότι βρίσκεται κι αυτός στη σκιά της συζύγου. Η σχέση του ζευγαριού, χλιαρή, συμβατική και αρκετές φορές ανταγωνιστική, χωρίζει την Ιφιγένεια στη μέση.

Παρ’ όλα αυτά το κορίτσι μένει συγκροτημένο ακολουθώντας το όνειρό της, μια μέρα να γίνει σπουδαία αρχαιολόγος κι όλος ο κόσμος να μιλά γι’ αυτή. Επικεντρώνεται σ’ αυτό τον στόχο και κοπιάζει για να τον κατακτήσει. Στερείται φίλους, εκδρομές, διακοπές. Στερείται ακόμη και τον δροσερό εφηβικό έρωτα. «Αργότερα, αργότερα», παρηγορείται μέσα της. Μιλάς σαν τη μαμά σου, δεν είσαι εσύ, καημένη Ιφιγένεια… θα της πει μια μέρα ο Νικήτας, ο καλός της φίλος, ο νεαρός δικηγόρος που έχει ο θείος της στο γραφείο του. Είναι εκείνος ο ενήλικας που πάντα την ακούει με κατανόηση και συναισθάνεται τι συμβαίνει στην καρδιά της. Μα η Ιφιγένεια δεν έχει χρόνο για τέτοια.

Όσο πλησιάζουν οι εξετάσεις, το άγχος, ο κόπος, η προσμονή για την επιτυχία κορυφώνονται. Να όμως που η ζωή κρύβει ανατροπές. Η Ιφιγένεια φτάνει στην πηγή ετοιμοπόλεμη, αλλά δεν πίνει νερό. Η υγεία είναι ο αστάθμητος παράγοντας που τη φρενάρει. «Οξεία σκωληκοειδίτιδα», αποφαίνεται ο γιατρός και το χειρουργείο είναι μονόδρομος. Το έμψυχο υλικό του οικογενειακού τους διωρόφου, γονείς, θείοι και ξαδέλφια, προσποιούνται ότι δεν έχει συμβεί κάτι σπουδαίο. Κάνουν τα στραβά μάτια στην ατυχία της, την νταντεύουν, τη γεμίζουν δώρα και δεν της χαλούν χατίρι θαρρώντας πως έτσι την παρηγορούν. Η Ιφιγένεια δεν αντέχει τον οίκτο στα μάτια τους, σιχαίνεται τον υπερβολικό ζήλο να την υπηρετούν.

Αποφασίζει να δώσει εξετάσεις την επόμενη χρονιά. Ο χρόνος κυλά αργά και βαρετά χωρίς το σχολείο. Πρέπει να μπει στο Πανεπιστήμιο πάση θυσία. Φτάνει και πάλι στο κατώφλι του εξεταστικού κέντρου. Αυτή η φορά είναι χειρότερη από την προηγούμενη. Ο πανικός την καταβάλλει. Το πρόσωπό της χλωμιάζει. Στάλες ιδρώτα νοτίζουν το μέτωπό της. Το καλοκουρδισμένο μυαλό της σταματά. Είναι αδύνατον να συγκεντρώσει τη σκέψη της. Απέτυχε.

Τα δάκρυά της έγιναν χείμαρροι και πότισαν την ατυχία και την αποτυχία της μαζί. Το πώς το ’παθες εσύ αυτό, Ιφιγένεια έγινε η καραμέλα της μαμάς της. Το κορίτσι ασφυκτιούσε, πνιγόταν κι ευτυχώς την πιο κρίσιμη στιγμή πήγε κοντά της ο Νικήτας. Δε χρειάστηκε να της πει τίποτα. Φτάνει που την είχε νιώσει. Ήταν δίπλα της κι η Ιφιγένεια λυτρώθηκε. Ε, δεν είναι δα και για θάνατο, είπε μονάχη της η Ιφιγένεια.[…] αύριο όλα θα πάνε καλύτερα! Κι έτσι ήταν, γιατί την επόμενη μέρα έλαβαν το γράμμα του θείου Σταύρου από τη Βοστόνη. Του ξάδελφου του πατέρα της και καθηγητή Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Βοστόνης. Προσκαλούσε την Ιφιγένεια για σπουδές. Το ευχάριστο νέο σκόρπισε χαρά και ενθουσιασμό σε όλους εκτός από τη μητέρα της, που έμεινε ανέκφραστη και σιωπηλή. Το κορίτσι πετούσε στα σύννεφα και δεν έβλεπε την ώρα να ετοιμάσει τα απαραίτητα έγγραφα και ν’ ανοίξει τα φτερά της προς το όνειρό της. Ως τη στιγμή που άκουσε τη μητέρα της να λέει στον αδελφό της: Απ’ τη στιγμή που θα φύγει η Ιφιγένεια από δω, εγώ την έχω ξεγραμμένη! Στην αδελφή της πάλι εξομολογούνταν: να συνηθίσω που θα χάσω το παιδί μου; Με τον πατέρα της αντάλλασσαν περιφρονητικά λόγια και καβγάδιζαν. Ξαφνικά το όνειρο της Ιφιγένειας άρχισε να απομακρύνεται· θυμός, λύπη, ενοχές πλημμύρισαν την καρδιά της. Το ταξίδι στην Αμερική φάνταζε ανυπέρβλητο εμπόδιο. Πως ήταν δυνατό να αφήσει τους γονείς της ολομόναχους; Γιατί δεν μπορούσαν να το συζητήσουν και οι τρεις τους; Πού να ήταν τώρα ο Νικήτας;

Η Ιφιγένεια τον τελευταίο χρόνο είναι δημόσιος υπάλληλος. Οι μέρες περνούν άχρωμα και ανιαρά. Τυχαία βλέπει στο δρόμο τον εφηβικό της έρωτα και κρύβεται. Η συνάντηση αυτή γίνεται η αφορμή για να ξεθάψει από μέσα της όσα τόσον καιρό καταχώνιαζε. Έπιασε το νήμα από την αρχή και διαπίστωσε ότι της έλειπε η χαρά, το χαμόγελο, η θέληση. Αναρωτιέται ποια ήταν, αναζητά την ταυτότητά της και αποφασίζει να την ανακαλύψει. Παρατάει τη δουλειά στο υπουργείο και απευθύνεται στους ειδικούς. Θέλει να μάθει να ’ναι ο εαυτός της. Δεν μπορεί! Θα το μάθαινε κι αυτό! Ήταν καλή μαθήτρια η Ιφιγένεια!

Το Μου μαθαίνετε να χαμογελάω, σας παρακαλώ; είναι μια καλογραμμένη ιστορία που φέρνει στο φως στοιχεία, αγκυλώσεις και στερεότυπα της ελληνικής μικροαστικής οικογένειας. Η γραφή, ρεαλιστική, άμεση, απλή, συγκινεί τον αναγνώστη γιατί από την πρώτη φράση συνδιαλέγεται μαζί του. Οι χαρακτήρες, αληθοφανείς και αναγνωρίσιμοι, προκαλούν αμέσως προβολές σε οικεία πρόσωπα και συμπεριφορές. Ανάλογα με την οπτική και το πρόσωπο που δρα, ο αναγνώστης είναι βέβαιο ότι θα ταυτιστεί και θα αναζητήσει στο προσωπικό του περιβάλλον αντίστοιχες συμπεριφορές. Με έντεχνο και υπαινικτικό τρόπο, χωρίς ίχνος διδακτισμού, η συγγραφέας καταθέτει το ψυχογράφημα των ηρώων της και προβάλλει την ευθραυστότητα της εφηβικής περιόδου και τη σπουδαιότητα που έχει για κάθε άνθρωπο αυτή η ηλικία, ώστε να χτίσει γερά θεμέλια γνώσης του εαυτού για να εισέλθει αξιόμαχος στην ενηλικιότητα. Ένα βιβλίο εν τέλει αισιόδοξο που δε θ’ αφήσει κανέναν ασυγκίνητο.

 

Η Βασούλα Κατέρη είναι αναγνώστρια και έχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών με ειδίκευση "Ανάγνωση, Φιλαναγνωσία και Εκπαιδευτικό Υλικό" από το ΕΚΠΑ.

 

 

 



Page generated: 03/07/2020 13:46:02