Κατηγορίες

Άρθρο

Μάρω Λοΐζου, Το τσίμπημα της σφήκας (Σειρά: Τα Καινούργια Κλασικά)

Μάρω Λοΐζου, Το τσίμπημα της σφήκας (Σειρά: Τα Καινούργια Κλασικά)

Γράφει η Βασούλα Κατέρη

 

Το τσίμπημα της σφήκας είναι μια σειρά διηγημάτων με κεντρική θεματική την περίοδο της εφηβείας και λίγο πριν. Τη φάση αυτή της ζωής κάθε ανθρώπου που αποτελεί σταθμό για τη μετέπειτα πορεία του. Για τις μικρές αλλά καθοριστικές στιγμές που συμβαίνουν σε ανύποπτο χρόνο και αποτελούν το πεδίο ζυμώσεων για τις εσωτερικές αλλαγές, τις επιλογές και τις ανακαλύψεις που θα ακολουθήσουν. Η Μάρω Λοΐζου με λόγο ποιητικό, ύφος απέριττο, λιτό κι ανεπιτήδευτο, με γλώσσα ρέουσα, σαφή κι αυθεντική, παραδίδει έξι έξοχα, βαθιά συγκινητικά λογοτεχνικά κείμενα. Πρωταγωνιστές είναι έφηβοι, αγόρια και κορίτσια, από την Ελλάδα αλλά και από άλλες περιοχές του κόσμου. Η προσωπική της ευαισθησία, η παρατηρητικότητά της και η αφηγηματική της μαεστρία την ωθούν να αντλήσει το υλικό της από πραγματικά γεγονότα και να τα προσφέρει στους αναγνώστες συνυφασμένα με την τέχνη του λόγου.

Στο πρώτο διήγημα συναντάμε τρία γυναικεία πρόσωπα, τρεις γενιές: τη γιαγιά, την εγγονή και ενδιάμεσα τη μητέρα. Μια σχέση μυστηριακή. Η δωδεκάχρονη Μαρία, η εγγονή, ανήμερα της γιορτής της βρίσκει επιτέλους το κόκκινο λουλούδι που για χρόνια την προετοίμαζε η γιαγιά, ανακαλύπτει την πιο σκοτεινή, την πιο πολύτιμη σπηλιά του κόσμου, μέσα της. Γίνεται γυναίκα. Στο επόμενο διήγημα η ψυχή του οχτάχρονου Ζαν- Πιερ τραυματίζεται όταν οι γονείς του παίρνουν διαζύγιο. Μετά από τέσσερα χρόνια ψυχοθεραπείας οι πληγές επουλώνονται. Στο κατώφλι της εφηβείας όλα μοιάζουν καλύτερα, κάποιες μνήμες όμως παραμένουν ζωντανές για πάντα. Ακολουθεί ο Λιάκος που μεγάλωσε στο Φαγιούμ της Αιγύπτου κι εκεί ανακάλυψε ότι οι άνθρωποι μπορούν να δημιουργήσουν θαύματα. Ηλικιωμένος πια αποκαλύπτει για πρώτη φορά στον συνονόματο εγγονό του μια ιστορία που τον συντάραξε όταν ήταν δώδεκα χρονών έφηβος. Εξομολογείται το πρώτο ερωτικό του σκίρτημα για τη βεδουίνα Ουάρντα. Μιλά για το ρίγος και το δέος που ένιωσε όταν την αντίκρισε σχεδόν γυμνή μπροστά του. Το μόνο που πέρασε από το μυαλό του ήταν να γονατίσει και να προσκυνήσει το κάλλος της. Το ίδιο επιθυμεί και σήμερα, να ασπαστεί τη μελάγια της, γιατί με το πείσμα της και την αγάπη για τη χώρα της επιτέλεσε ένα θαύμα, έγινε μια από τις σπουδαιότερες αρχαιολόγους στον κόσμο. Στο τέταρτο διήγημα ο Τζόνι είναι ένας μοναχικός έφηβος που παρασύρεται στα σκοτεινά μονοπάτια του διαδικτύου. Ακολουθεί σιωπηλά τη «συμμορία των μόνων και λυπημένων εφήβων». Γρήγορα μαθαίνει πως αυτής της ομάδας ηγούνται δυο νταήδες του σχολείου του. Παρακολουθεί αθόρυβα τις κινήσεις τους. Το ίδιο και μια ακόμη συμμαθήτριά του, η Βίκυ. Ώσπου μια μέρα το Λύκειο του Κολουμπάιν στο Κολοράντο αιματοκυλίζεται. Οι αρχηγοί της συμμορίας κλείνονται στον χώρο της βιβλιοθήκης και πυροβολούν αδιακρίτως. Μια χαραμάδα στην πόρτα χάσκει, ο Τζόνι στέκει απέναντι στο θέαμα ενεός. Τον συνεφέρουν οι κραυγές τρόμου των άλλων μαθητών του σχολείου και το βάζει στα πόδια. Τρέχει, φεύγει μακριά. Μένει μουδιασμένος για μέρες. Βρίσκεται στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς παγωμένος, αδιάφορος, ώσπου έρχεται κοντά του η Βίκυ. Του απλώνει το χέρι και τότε ο Τζόνι ξεσπάει σ’ ένα κλάμα χειμαρρώδες, λυτρωτικό. Έκλαψε όσο ποτέ άλλοτε στη μέχρι τότε ζωή του. Έπεται η ιστορία του Ταντιζουέ που μεγαλώνει στα χωριά των Ζουλού. Αγαπά τη μουσική και τη φύση. Αγαπά πολύ και τον Ταμπανέ, τον πατέρα του. Η αναχώρησή του για την πόλη λόγω της ανομβρίας έθλιψε την ευαίσθητη καρδιά του παιδιού. Τα τραγούδια που φτιάχνει τώρα είναι άλλοτε θλιμμένα κι άλλοτε θυμωμένα. Κάποτε η βροχή ήρθε, όχι όμως κι ο Ταμπανέ. Ο Ταντιζουέ, μόλις έντεκα χρονών, ετοιμάζεται για την τελετή μύησης που σηματοδοτεί την ενηλικίωση του άντρα. Όλα τ’ αγόρια τα συνοδεύει ο πατέρας τους. Η καρδιά του Ταντιζουέ σκιρτά, πρέπει να φέρει πίσω τον πατέρα. Έτσι, φεύγει για την πόλη, αφήνει πίσω τον πολύχρωμο κόσμο του και τον αναζητά. Μοιάζουν όλα τόσα διαφορετικά εκεί. Μιλάει, ρωτάει, αλλά δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα του, ούτε αυτός τη δική τους. Ανακατεύεται σ’ ένα εξεγερμένο πλήθος κατά του απαρτχάιντ. Ο Ταντιζουέ σαστίζει, δεν έχει ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Όλα μοιάζουν ακατανόητα. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από παιδιά που επαναστατούν κατά των φυλετικών διακρίσεων, του ρατσισμού, της φτώχειας και της υποχρεωτικής διδασκαλίας της γλώσσας των Αφρικάνερς. Η αστυνομία καταστέλλει την εξέγερση βίαια. Η διαδήλωση πνίγεται στο αίμα. Ο Ταντιζουέ τραυματίζεται θανάσιμα. Πριν η ψυχή του αναληφθεί στον ουρανό, το πνεύμα του αποχαιρετά ό,τι αγάπησε στο φιλόξενο κι ελεύθερο χωριό του στη ζούγκλα. Στο τελευταίο διήγημα η παιδική φιλία που δένει τη Μαρία και τον Γιώργο μετουσιώνεται σ’ έναν αγνό, άδολο, εφηβικό έρωτα. Αγαπούν και οι δυο τη μυθολογία και τους αρχαίους Έλληνες. Κάποτε βρίσκονται στη Χίο για διακοπές, σ’ ένα ερημικό χωριό που φέρει τ’ όνομα Άγιο Γάλας. Οι δυο ερωτευμένοι έφηβοι επισκέπτονται το Ιερό Σπήλαιο με τους σταλακτίτες και τους σταλαγμίτες και μένουν εκστατικοί να θαυμάζουν το απόκοσμο τοπίο. Μαθαίνουν για τους μύθους, τους θρύλους, τις λαϊκές δοξασίες, αλλά και το θρησκευτικό στοιχείο που περιβάλλει το αξιοθέατο. Απομένουν οι δυο τους σε μια σπηλιά που βρίσκεται εκεί χιλιάδες χρόνια τώρα. Ο έρωτάς τους ξεχειλίζει, το ίδιο και η φαντασία τους, που εκτοξεύεται στον πλανήτη του Μικρού Πρίγκιπα, που ζει πάντα μαζί με το αγαπημένο του τριαντάφυλλο.

Το τσίμπημα της σφήκας είναι ένας τίτλος σύμβολο. Αν και στη λογοτεχνία το τσίμπημα της μέλισσας είναι αυτό που συμβολίζει το ξύπνημα της σεξουαλικότητας, όπως στην Κερένια κούκλα του Κ. Χριστομάνου ή στην Eroica του Κοσμά Πολίτη, η Μάρω Λοΐζου επιλέγει ένα κεντρί για να τονίσει όχι μόνο την ερωτική αφύπνιση αλλά τη μετάβαση που βιώνει κάθε άνθρωπος πατώντας στο κατώφλι της ενηλικίωσης. Έξι διηγήματα που βρίθουν συμβολισμών και πολιτικών υπαινιγμών. Ιδωμένα υπό το πρίσμα της εφηβείας αντανακλούν την τρικυμιώδη ψυχοσύνθεση αυτής της ηλικιακής περιόδου. Διεισδυτική η ματιά της συγγραφέως συναισθάνεται την υπαρξιακή αγωνία, την ανησυχία που φωλιάζει στη νεαρή ψυχή. Κάθε διήγημα είναι αυτοτελές και μοναδικό. Ο αναγνώστης διαβάζοντας το ένα μετά το άλλο εισχωρεί σ’ έναν καινούριο κόσμο. Ο τόπος, ο χρόνος, οι χαρακτήρες είναι διαφορετικοί. Κάθε ιστορία βασίζεται σ’ ένα πραγματικό γεγονός, όπως η ανακάλυψη των πορτρέτων του Φαγιούμ, η σφαγή στο Λύκειο του Κολουμπάιν το 1999 και η εξέγερση των μαθητών στο Σοβέτο το 1976. Η Μάρω Λοΐζου με τη συγγραφική της δεινότητα εμπλέκει σ’ αυτά τους ήρωές της εστιάζοντας στην ευαισθησία και την ένταση με την οποία ο έφηβος βιώνει το καθετί. Επίσης επιτυγχάνει να μεταβάλλει και να προσαρμόζει το ύφος σε κάθε διήγημα που παρουσιάζει. Άλλοτε γλαφυρό και λυρικό, άλλοτε πιο σύγχρονο, ταιριαστό σ’ αυτό των εφήβων, εναρμονισμένο πάντα στον ήρωα και τα χαρακτηριστικά του, την ατμόσφαιρα της εποχής, σεβόμενο τις κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες. Οι ήρωες της Μάρως Λοΐζου «κεντρίζονται», αφυπνίζονται στην πιο κρίσιμη στιγμή ώστε να χαράξουν τη μελλοντική πορεία της ζωή τους. Πρόκειται –δυστυχώς– για το τελευταίο της βιβλίο και σίγουρα έχει τη στόφα του κλασικού αναγνώσματος. Οι νεαροί αναγνώστες μέσα από στις σελίδες του συναντούν τη συνύπαρξη του παλιού με το νέο. Συστήνονται με συνομηλίκους τους ανά την υφήλιο και ταυτίζονται με τις ανησυχίες και τις αναζητήσεις τους. Η σεξουαλική αφύπνιση, ο έρωτας, η οικογενειακή ζωή, το σχολικό περιβάλλον, η ισότητα και η ειρήνη υπήρξαν πάντα στοιχεία καθοριστικά για τη διαμόρφωση του εφήβου και την ομαλή μετάβασή του στην ενηλικιότητα.

 

Η Βασούλα Κατέρη είναι αναγνώστρια και έχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών με ειδίκευση "Ανάγωση, Φιλαναγνωσία και Εκπαιδευτικό Υλικό" από το ΕΚΠΑ.



Page generated: 15/08/2020 05:15:45