Κατηγορίες

200 χρόνια από τον θάνατο του Μπάιρον

200 χρόνια από τον θάνατο του Μπάιρον

Γράφει η Μαρία Σκιαδαρέση 

Δυο αιώνες από τον θάνατο του Μπάιρον, και σήμερα, σε μια εποχή όπου λατρεύεται η ύλη, ίσως να είναι αδύνατον να εννοήσουμε την πύρινη παρόρμηση που τον έσπρωξε να αφιερώσει ό,τι κατείχε στην ιδέα και μόνο της ελευθερίας. Να, όμως, που τόσα χρόνια μετά ζει στο συλλογικό μας ασυνείδητο ατόφιος, αφού οι άνθρωποι τέτοιας στόφας, σε πείσμα του χρόνου που περνά και της εξέλιξης που σβήνει παλιά χνάρια, μοιάζει να μην πεθαίνουν, απλώς να εγκαταλείπουν τη ζωή. 

Πολλοί εθελοντές από άλλες χώρες ήρθαν να πολεμήσουν ξέροντας πως μπορεί και να πεθάνουν. Αυτή είναι η νομοτέλεια του πολέμου. Ο Μπάιρον, όμως, ρομαντικός σε όλες τις εκφάνσεις του βίου του –δημιουργία, αποφάσεις, τρόπος ζωής–, χάρισε εξαρχής στην υπέρβαση όπου τάχθηκε τα πάντα· χρήματα, έγνοια, υγεία και τέλος τη ζωή του γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι σ’ αυτό το αλωνάκι θα καταθέσει την ίδια του την ύπαρξη. Έτσι, ανάμεσα σε τόσους σημαντικούς φιλέλληνες, κυρίως αυτός, διά του θανάτου, δόξασε τη ζωή.  

Από τις Εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί η σειρά «Προσωπογραφίες» της ιστορικού και συγγραφέα Μαρίας Σκιαδαρέση. Από το βιβλίο της «Σαν άνεμος - Λόρδος Μπάιρον» παραθέτουμε το επίμετρο «Η ζωή του λόρδου Μπάιρον».

«Ο Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον, 6ος βαρόνος Μπάιρον, ήταν ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές της Αγγλίας, µια από τις σηµαντικότερες µορφές του ροµαντισµού και ο πιο ένθερµος κι ένδοξος φιλέλληνας την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης. Γεννήθηκε στην Αγγλία στις 22 Ιανουαρίου 1788 και ήταν γιος του πλοιάρχου του αγγλικού βασιλικού ναυτικού Τζον Μπάιρον, που καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια µε πατέρα ναύαρχο, και της δεύτερης συζύγου του, Κάθριν, το γένος Γκόρντον, οικογένειας ευγενών από τη Σκοτία µε ρίζες στον βασιλιά Εδουάρδο Γ΄. Οι γονείς του είχαν χωρίσει πριν εκείνος γεννηθεί. 

Ήταν εκ γενετής ελαφρώς χωλός στο δεξί του πόδι, και σ’ αυτό πολλοί βιογράφοι του του αποδίδουν συµπλέγµατα που τον έκαναν ατίθασο και αυθάδη. Τα πρώτα γράµµατα τα έµαθε στο Άµπερντιν, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια φτωχικά λόγω του χωρισµού των γονιών του και της ανέχειας στην οποία είχαν περιπέσει. Τον Μάιο του 1798 πέθανε ο αδερφός του παππού του, λόρδος Ουίλλιαµ Μπάιρον (5ος βαρόνος του Μπάιρον), και του κληροδότησε τον τίτλο του και µια σεβαστή περιουσία. Ήταν τότε δέκα ετών. Μαζί µε όλα όσα κληρονόµησε ήταν και το περίφηµο αβαείο του Νιούστεντ, στο Νοττιγχαµσάιρ, που ο νεαρός λόρδος αγαπούσε πολύ και έµενε όσο του επέτρεπαν οι σπουδές του και κατόπιν οι ενασχολήσεις του στο Λονδίνο. 

Τα πρώτα του ποιήµατα, σε ηλικία δεκαεφτά ετών, δεν είχαν επιτυχία. Η πρώτη ποιητική συλλογή του Ώρες τεµπελιάς δέχτηκε έντονη κριτική από ένα σκοτσέζικο λογοτεχνικό περιοδικό της εποχής. Στην κριτική αυτή ο Μπάιρον απάντησε µε µια σατιρική σύνθεση µε τίτλο «Άγγλοι βάρδοι και Σκοτσέζοι κριτικοί» (1809) που προκάλεσε αντιδράσεις και το έργο έγινε ανάρπαστο (πέντε εκδόσεις σε λίγους µήνες). Έτσι έγινε γνωστός και καταξιώθηκε στη συνείδηση του κοινού τόσο, που έγινε µόδα ο καθένας να θέλει να βρεθεί στο στόχαστρο της πένας του Μπάιρον ώστε να ακουστεί το όνοµά του. 

Από τη στιγµή που κληρονόµησε την περιουσία και τον τίτλο του σπούδασε σε µερικά από τα καλύτερα σχολεία της εποχής στην Αγγλία: Το Ντάλγουιτς για τη βασική εκπαίδευση (1799-1801), το Χάροου για τις γυµνασιακές του σπουδές (1801-1805), όπου άρχισε να διαφαίνεται το ποιητικό του ταλέντο, και το πανεπιστήµιο του Κέµπριτζ. Τελειώνοντας τις σπουδές του και, κατά τη συνήθεια των νεαρών αριστοκρατών να περιοδεύουν ανά τον κόσµο για να πλουτίσουν τις εµπειρίες τους, ο Μπάιρον ξεκινάει σε ηλικία είκοσι ενός ετών το πρώτο µεγάλο ταξίδι του στην Ευρώπη και την Ανατολή. 

Αφού δανείστηκε ένα σοβαρό ποσόν –γιατί τα δικά του κληρονοµηµένα χρήµατα είχαν σχεδόν εξαντληθεί–, ξεκίνησε για τη Λισαβόνα και κατόπιν, περνώντας το Γιβραλτάρ, έφτασε στη Μάλτα και αποκεί αναχώρησε για τα εδάφη της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας που τότε συγκινούσε πολύ τους Ευρωπαίους περιηγητές. Έφτασε στην Πρέβεζα και αποκεί ταξίδεψε στα Γιάννενα και στο Τεπελένι, όπου συναντήθηκε µε τον Αλή Πασά. Κατόπιν κατέβηκε στην Πάτρα και ύστερα, πηγαίνοντας για τους Δελφούς, πέρασε από το Μεσολόγγι. Από τη Λιβαδειά κατέβηκε στη Θήβα και έφτασε στην Αθήνα τα Χριστούγεννα του 1809, όπου φιλοξενήθηκε στο σπίτι του προξένου της Αγγλίας και της Θεοδώρας Μακρή, για τη µικρότερη από τις τρεις κόρες της οποίας, την Τερέζα, έγραψε ένα από τα λυρικότερα και ωραιότερα ποιήµατά του, µε τίτλο «Κόρη των Αθηνών». Κατά τη διάρκεια µιας επίσκεψής του στο Σούνιο εµπνεύστηκε το άλλο εξίσου περίφηµο ποίηµά του, «Τα νησιά της Ελλάδας», που το ενέταξε αργότερα στη σύνθεσή του Δον Ζουάν. Στο ίδιο εκείνο χρονικό διάστηµα της διαµονής του στην Αθήνα, που διήρκεσε συνολικά δέκα εβδοµάδες, έγραψε ένα µεγάλο µέρος της περίφηµης ποιητικής σύνθεσής του Τσάιλντ Χάρολντ. Από την Αθήνα ξεκίνησε ένα ταξίδι προς Ανατολάς και, αφού επισκέφθηκε τη Σµύρνη και την Κωνσταντινούπολη µέσα σε ένα δίµηνο, επέστρεψε και διέµεινε στο τότε µοναστήρι των φραγκισκανών µοναχών (καπουτσίνων), δίπλα στο µνηµείο του Λυσικράτη. Έζησε στην Αθήνα δέκα ολόκληρους µήνες, κάνοντας ενδιάµεσα εκδροµές κυρίως στην Πελοπόννησο. 

Το 1811 αναχώρησε για την Αγγλία όπου πληροφορήθηκε τον θάνατο της µητέρας του. Τότε ακριβώς εξέδωσε το θαυµάσιο πόνηµά του Τσάιλντ Χάρολντ και ακολούθησαν µια σειρά από ποιήµατα εµπνευσµένα από το πρόσφατο ταξίδι του στην Ανατολή, όπως τα «Γκιαούρ», «Κουρσάρος» και «Νύµφη της Αβύδου». Το 1815 παντρεύτηκε την Άννα-Ισαβέλλα (Αναµπέλλα) Μίλµπανκ, από την οποία απέκτησε µια κόρη, την Άντα, που υπήρξε σπουδαία µαθηµατικός. Όµως µέσα σε έναν χρόνο χώρισε και, δεδοµένου ότι το γεγονός δηµιούργησε άφθονα δυσµενή σχόλια στους λεγόµενους «κοσµικούς κύκλους» της αγγλικής πρωτεύουσας σε συνδυασµό µε διάφορες άλλες φήµες για το άτοµό του, ο ποιητής αποφάσισε να αυτοεξοριστεί και να ζήσει στην Ευρώπη. Αρχικά πήγε στη Γενεύη και στα τέλη του 1816 έφτασε στη Βενετία, όπου και εγκαταστάθηκε. Την εποχή εκείνη βρισκόταν στο µεσουράνηµα της ποιητικής ακµής του. Τα βιβλία του, έχοντας σηµειώσει εξαιρετική εκδοτική επιτυχία, τον κατέτασσαν στην πρωτοπορία της πνευµατικής επικαιρότητας. Σπουδαία έργα που έγραψε την εποχή που έζησε στην Ιταλία είναι ο Μάνφρεντ, η Προφητεία του Δάντη, το Όνειρο, η τραγωδία Μαρίνος Φαλλιέρι το ιστορικό δράµα Σαρδανάπαλος, ο Κάιν, ο Δον Ζουάν (του οποίου ήρωας, κατά βάθος, είναι ο ίδιος ο ποιητής), το Όραµα της κρίσης κ.ά. 

Με το ξέσπασµα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 ο Μπάιρον ήρθε σε επαφή µε ορισµένους από τους παράγοντές της και κυρίως τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Αυτός που ουσιαστικά τον επηρέασε να ασχοληθεί ενεργά µε την Ελληνική Επανάσταση ήταν ο φίλος του ποιητής Πέρσυ Σέλλεϋ. Συζητώντας µε όλους αυτούς τους ανθρώπους και σκεπτόµενος πάνω στις πληροφορίες που έρχονταν από την Ελλάδα, σιγά σιγά γεννήθηκε στο µυαλό του η ιδέα να κατέβει στην Ελλάδα και να βοηθήσει στον αγώνα για τη λευτεριά της. Αφού έγινε µέλος του Φιλελληνικού Κοµιτάτου του Λονδίνου, µιας επιτροπής Άγγλων φιλελλήνων, και κατόπιν πολλών σκέψεων, πήρε τελικά την απόφαση. Ναύλωσε το µπρίκι Ηρακλής, το φόρτωσε πολεµοφόδια και άλλα απαραίτητα και ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1823 από τη Γένοβα της Ιταλίας. Έπειτα από δεκαοκτώ ηµέρες αποβιβάστηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς απ’ όπου, µετά από έξι µήνες (Δεκέµβριος 1823), αναχώρησε για το Μεσολόγγι. Το περιπετειώδες αυτό ταξίδι έληξε µε την αποβίβασή του στην πόλη στις 5 Ιανουαρίου 1824. Βλέποντας πως το υγρό κλίµα της περιοχής βλάπτει την υγεία του, οι γιατροί του τον συµβούλευσαν να φύγει, όµως αυτός τους είπε: «Όσο στέκοµαι ορθός στα πόδια µου, έχω χρέος να µείνω και να αγωνιστώ πιστά. Αυτή η υπόθεση αξίζει εκατοµµύρια ανθρώπους σαν κι εµένα». Δυστυχώς οι γιατροί δικαιώθηκαν. Πράγµατι, οι κακουχίες της διαµονής του καταπόνησαν ακόµα περισσότερο την ήδη κλονισµένη υγεία του µε αποτέλεσµα να πεθάνει, στις 19 Απριλίου 1824, στις έξι το απόγευµα. 

Στις 22 Απριλίου έγινε η κηδεία του στο Μεσολόγγι και στις 9 Ιουλίου το ταριχευµένο σώµα του µεταφέρθηκε στο Λονδίνο µε το πλοίο «Φλώριδα», που είχε έρθει στην Ελλάδα φέρνοντας την πρώτη δόση του εθνικού δανείου για το οποίο είχε καταβάλει µεγάλη προσπάθεια ο Μπάιρον, όντας ένας εκ των διαχειριστών του. Ο ενταφιασµός του έγινε στο κοιµητήριο του Χάκναλ Τόργκαρντ και στον τάφο του µπήκε η εξής επιγραφή:  

Εδώ βρίσκονται τα λείψανα του Τζορτζ Γκόρντον Νόελ Μπάιρον, συγγραφέα του Προσκυνήµατος του Τσάιλντ Χάρολντ, που πέθανε στο Μεσολόγγι της Δυτικής Ελλάδος στις 19 Απριλίου 1824, στην ηρωική του προσπάθεια να ανακτήσει η χώρα αυτή την παλαιά της ελευθερία και δόξα.»

Δείτε όλα τα βιβλία της σειράς «Προσωπογραφίες» εδώ

 

H Μαρία Σκιαδαρέση γεννήθηκε στην Aθήνα το 1956. Σπούδασε Iστορία και Aρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστηµίου Aθηνών. Έχει γράψει µυθιστορήµατα, νουβέλες, διηγήµατα και βιβλία για παιδιά και εφήβους. Από τις Εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν τα έργα της Άτροπος ή Η ζωή και ο θάνατος της Βενετίας Δαπόντε (μυθιστόρημα, 1996), Και νεκρούς ανασταίνει, (νουβέλα, 1997), Κίτρινος χρόνος (νουβέλες, 1999), Χάλκινο γένος (μυθιστόρημα, 2013, 2021), Όσα δεν έζησαν (διηγήματα, 2018), καθώς και τα βιβλία για παιδιά: Ο θησαυρός του Ασπρογένη (1998), Τα χρόνια της φωτιάς – Κωνσταντίνος Κανάρης (2007, 2021, αναμορφωμένη έκδοση), Λίγο πριν το τέλος – Ρήγας Βελεστινλής (2007, 2021, αναμορφωμένη έκδοση), Ο πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης (2009), Γιλάν, η πριγκίπισσα των φιδιών (2017), Σαν άνεμος – Λόρδος Μπάιρον (2021). Είναι µέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

 

 

 

Προηγούμενο
Επόμενο


Page generated: 22/05/2024 08:53:38