«Για να νιώσουμε καλά, γι’ αυτό ξοδεύουμε όλα τα λεφτά».
Λίβον Χελμ[1]
Η καθηγήτρια και ψυχίατρος στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ Anna Lembke γράφει στο βιβλίο «Η γενιά της ντοπαμίνης» (μτφρ. Πέτρος Γεωργίου, Εκδόσεις Πατάκη, 2025) για την ευχαρίστηση, τον πόνο και για τη λεπτή ισορροπία ανάμεσά τους. Η Lembke, με την ιδιότητά της ως ψυχιάτρου, είχε τη δυνατότητα να συνομιλήσει και να μοιραστεί μαζί μας με γλωσσική αμεσότητα και περιεκτικό λόγο τα βιώματα των ασθενών της που ήταν ή και παρέμειναν εξαρτημένοι από ουσίες, οθόνες, πλατφόρμες, τυχερά παιχνίδια, αλκοολισμό, πορνογραφία, διατροφικές διαταραχές, media και άλλους εθισμούς, έως και την απεξάρτησή τους, εφόσον αυτό συνέβη, μέσω της ψυχοθεραπείας. Μέσα από παραδείγματα εθισμών μάς εξηγεί γιατί οι άνθρωποι που είναι εξαρτημένοι, προκειμένου ν’ αποφύγουν το βίωμα της οδύνης του πόνου, καταφεύγουν σε βραχυπρόθεσμες απολαύσεις και επιρρέπειες, στην κατασκευή ενός «ψευδούς εαυτού»[2] αλλά και στην αντικατάσταση εθισμών τους από άλλους εθισμούς που, αντί να τους απελευθερώνουν, τους οδηγούν σε επιπλέον εξάρτηση τόσο χρονικά όσο και ποσοτικά. Η ίδια θ’ αναρωτηθεί: «Πώς εξηγείται, λοιπόν, σε μια εποχή πρωτοφανούς πλούτου, ελευθερίας, τεχνολογικής και ιατρικής προόδου να νιώθουμε μεγαλύτερη δυστυχία και πιο πολύ πόνο από ποτέ άλλοτε;». Μήπως επειδή προσπαθούμε τόσο σκληρά ν’ αποφύγουμε τη δυστυχία;[3]
Η Lembke ανατρέχει στις σύνθετες νευροεπιστημονικές μελέτες και τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα βάσει πειραμάτων για να μας εξηγήσει γιατί ο έλεγχος της βιολογικής ντοπαμίνης μπορεί να μας οδηγήσει σε μια πραγματικά καλή ζωή χωρίς εξάρτηση. Ας δούμε, όμως, τι ακριβώς είναι η ντοπαμίνη; Η ντοπαμίνη έχει προσδιοριστεί ως νευροδιαβιβαστής του ανθρώπινου εγκεφάλου από το 1957 από δυο επιστήμονες που εργάζονταν ανεξάρτητα μεταξύ τους: τον Άρβιντ Κάρλσον ( Λουντ, Σουηδία) και την Κάθλιν Μόνταγκιου (Λονδίνο). Είναι ο μοναδικός νευροδιαβιβαστής που εμπλέκεται στη διεργασία ανταμοιβής του εγκεφάλου κι ένας από τους πλέον σημαντικούς. Γνωρίζοντας αυτή την ιδιαιτερότητα, η αγορά με τη βοήθεια και των ψηφιακών μέσων (προφανώς, σε κάποιες περιπτώσεις και της επιστήμης) έχει κάνει ευκολότερη την πρόσβαση σε ουσίες και εθισμούς ώστε να προκαλείται μεγαλύτερη έκκριση ντοπαμίνης στο σύστημα ανταμοιβής, με αποτέλεσμα η ποσότητα, η ποικιλία και η εθιστικότητα αυτών των ερεθισμάτων να προκαλεί ίλιγγο στις μέρες μας[4].
Ομοίως, οι ραγδαίες αλλαγές των ψηφιακών μέσων τα τελευταία 15 χρόνια και η δυνατότητα που μας προσφέρουν τα media ως ένα είδος ανταμοιβής (reward pathway) έχει συμβάλει στην ψευδαίσθηση ότι είμαστε κύριοι της ροής των πληροφοριών. Αυτή δε η ανταμοιβή λειτουργεί ως «ναρκωτικό» αλλά και ως μέσο διαιώνισης των εξαρτήσεών μας, όχι μόνο γιατί είμαστε προσηλωμένοι στα ψηφιακά μέσα, αλλά και γιατί υπάρχει πάντα ένας αλγόριθμος (δεδομένα) από πίσω που καταγράφει με προσοχή τις προτιμήσεις μας, τις αξιολογεί και μας τις σερβίρει αθόρυβα παρακάμπτοντας τον εκάστοτε «κορεσμό» μας μέσα από «νέες λύσεις-οικειότητες» ως ανταμοιβές. Με αυτόν τον τρόπο, όλες οι πλατφόρμες, Instagram Reels, YouTube Shorts, Snapchat Stories κ.ά., γίνονται ολοένα πιο ισχυρές από εμάς που νομίζουμε ότι «ελέγχουμε το παιχνίδι».[5] Στο σημείο αυτό, ας αναρωτηθούμε ποιοι και γιατί, σήμερα, είναι οι πλουσιότεροι άνθρωποι στον πλανήτη[6]…
Ο εθισμός είναι το επιχειρηματικό μοντέλο της ψηφιακής εποχής γιατί οι εξαρτήσεις υποστηρίζονται από την κατασκευή εικόνων στα media και ενισχύουν την κατανάλωση και τον καπιταλισμό (δημιουργία μεγάλης μαύρης αγοράς χαπιών και ουσιών, κέρδη φαρμακευτικών εταιρειών και κάθε άλλου είδους εμπόριο που ανταποκρίνεται με συνέπεια και ευρηματικότητα στη σχετική νοσηρότητα), υποστηρίζει η συγγραφέας. Η προσφορά δημιουργεί τη ζήτηση αλλά και την κατάχρηση, υποβοηθούμενη πάντα από τις τεχνολογικές καινοτομίες πρόσβασης[7]. Στις σύγχρονες μορφές κατάχρησης η Lembke εντάσσει το shopping, το πρόχειρο φαγητό, τα βιντεοπαιχνίδια, την τηλεθέαση, την ανταλλαγή σεξουαλικών ηλεκτρονικών γραπτών μηνυμάτων και άλλους εθισμούς που προκαλούν μεγάλες εκρήξεις ντοπαμίνης ενώ, ταυτόχρονα, δημιουργούν έλλειμμα δημιουργικότητας και ευχαρίστησης. Όλα τα παραπάνω λειτουργούν ως «ναρκωτικό», σύμφωνα με τη συγγραφέα, με αποτέλεσμα ο εγκέφαλος ν’ αντιδρά μειώνοντας τη (βιολογική) παραγωγή και μετάδοση ντοπαμίνης και να οδηγούμαστε σ’ ένα χρόνιο «αρνητικό ισοζύγιο απόλαυσης»[8]. Δεν υπάρχει σημείο τερματισμού. Μασάμε και καταπίνουμε!
Οι εξομολογήσεις των ασθενών της είναι εντυπωσιακές. Κάποιοι από αυτούς αναζητούν την επιπλέον ενέργεια μέσω ουσιών για να κρατήσουν την προσοχή των άλλων. Άλλοι επιδιώκουν ακόμα και τη… χασούρα του τζόγου και τον αυξανόμενο πόνο υπό τύπου βασάνου (ένας ασθενής αντικαθιστά τον εθισμό σε χάπια με την εμβάπτισή του σε παγωμένο νερό, έως και σε καταψύκτη ως καταναγκασμό)[9]. Πόνος για τη θεραπεία του πόνου. Άγχος για τη θεραπεία του άγχους. Ακόμα και η αναμονή στο έλλειμμα (ήττα ή θυματοποίηση) μέχρι και το επόμενο παιχνίδι ή τη χρήση δημιουργεί ένα είδος ευχαρίστησης. Αυτό συμβαίνει γιατί η ντοπαμίνη αυξάνεται από την ένταση της αναμονής που προκαλεί η έλλειψή της πριν την ικανοποίηση. Καμία ισορροπία της ζυγαριάς. Η συγγραφέας καταγράφει περιπτώσεις όπου ο εθισμός και η επιδίωξη του πόνου είναι δυνατόν ακόμα και ν’ αλλοιώσει τον εγκέφαλο ή να τον εκπαιδεύσει προς μια νοσηρότητα (αναφέρεται, κυρίως, σε εθισμούς σε ουσίες και σε πειράματα που έχουν γίνει σε πειραματόζωα που υπέστησαν αλλαγές στον εγκέφαλό τους). Το αισιόδοξο μήνυμα είναι ότι, σύμφωνα με νεότερες μελέτες, σε περίπτωση ζημιάς του εγκεφάλου μπορεί και να είναι δυνατή η δημιουργία νέων νευρωνικών δικτύων[10].
Μέσα από τους εθισμούς (εμφανείς ή υποδόριους) χάνουμε ολοένα και περισσότερο τη δυνατότητα να υπομένουμε τη ματαίωση και ν’ αφήνουμε τη δημιουργικότητά μας να βρει λύσεις. Η υπομονή μας καταποντίζεται από την δίψα της άμεσης ικανοποίησης-επιτέλεσης[11] χωρίς το πρόβλημα να λύνεται. Η φτώχεια, η διάκριση των φύλων, ο ρατσισμός, η ανία, η ανεργία, η στέρηση στο περιβάλλον της γειτονιάς/ κοινότητας, ο άπλετος ελεύθερος χρόνος είναι παράγοντες που, επίσης, συμβάλλουν στην προσχώρησή μας σε εθισμούς[12]. Η ντοπαμίνη ξέρει πώς να φοράει τη μάσκα της αναβολής και των υποσχέσεων όπου ο εθισμένος παραδίδεται προσποιούμενος ότι δεν γνωρίζει τίποτα για την εξάρτησή του ή και την ελέγχει. Κι ενώ αυτός εθελοτυφλεί, ο καπιταλισμός έχει τα μάτια του ανοιχτά και αξιοποιεί κάθε ευκαιρία προσφέροντας ανταμοιβές. Πληθώρα τέτοιων παραδειγμάτων: Τα τσιγάρα έγιναν στιλό ατμίσματος και σακουλάκια νικοτίνης. Τα επεξεργασμένα προϊόντα αντικαταστάθηκαν από Bio, Vegan, χωρίς λακτόζη που, ενώ αρχικά έγιναν για ιατρικούς λόγους, στη συνέχεια, ως διά μαγείας ανέλαβαν εξ ολοκλήρου τη διατροφή μας. «Οι άνθρωποι από την προϊστορία τους χρησιμοποιούσαν ψυχότροπες ουσίες σε θρησκευτικές τελετουργίες, διαβατήριες τελετές ή θεραπευτικές παρεμβάσεις. Σε αυτό το πλαίσιο μόνο ιερείς, σαμάνοι και άλλοι εκλεκτοί με ειδική εκπαίδευση ή εξουσία είχαν το δικαίωμα να χορηγούν ψυχεδελικές ουσίες. Σήμερα, έχουμε τα ψυχαγωγικά ναρκωτικά ή τις υποβοηθητικές ουσίες για θεραπείες (ψιλοκυβίνη, κεταμίνη, έκσταση) με βλαβερές συνέπειες για τους ασθενείς και ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό στη χρήση τους».[13]
Υπάρχει λύση; Για τη συγγραφέα το πρώτο στοιχείο απεξάρτησης από οιονδήποτε εθισμό είναι η ειλικρίνεια και η παραδοχή του προβλήματος. Κι αυτό γιατί η ειλικρίνεια είναι ευεργετική και μεταδοτική τόσο για τον ίδιο τον άνθρωπο όσο και για τις σχέσεις του που, μέσω της αποδοχής του προβλήματος, επιστρέφουν ως θεμέλιο της εξόδου του από τον εθισμό. Η βαθιά οικειότητα είναι πηγή υγιούς ντοπαμίνης[14]. Ομοίως, η αποθυματοποίηση και η ανάληψη της ευθύνης. Όπως λέει η Lembke, πολλοί ασθενείς αντί να στρωθούν στη δουλειά για ν’ αναρρώσουν μέσω της αποχής, της ψυχοθεραπείας και του επαναπροσδιορισμού τους, κατηγορούν τους άλλους[15]. Προφανώς ο συνδυασμός καταλογισμού με συμπόνια έχει καλύτερα αποτελέσματα, αλλά αφού οι ίδιοι κάνουν το πρώτο βήμα για τις δικές τους ευθύνες. Αυτές οι ομολογίες δεν αφορούν μόνο τους εθισμένους αλλά τους πάντες και τις σχέσεις μας στην καθημερινή ζωή.
Το βιβλίο της Anna Lembke λειτουργεί θεραπευτικά για όποιον/α το διαβάσει. Οι αφηγήσεις της –ακόμα και οι προσωπικές της παραδοχές σε θέματα εθισμού[16] – προσδίδουν γνώση, τρυφερότητα και δύναμη για μια υγιή ισορροπία ανάμεσα στην ευχαρίστηση και τον πόνο με λύσεις που εμπεριέχουν τη σύνδεση και τη μεταμόρφωση έναντι των εξαρτήσεων.
Σημειώσεις
[1] Αμερικανός μουσικός και ηθοποιός.
[2] Ο άνθρωπος είναι ασυναγώνιστος στο ψέμα, σελ. 198.
[3] Στο 1ο και 2ο κεφάλαιο η συγγραφέας καταγράφει συνομιλίες της με ασθενείς της που, εξαιτίας του φόβου του πόνου, της ανίας και της αποφυγής της αλήθειας και της φροντίδας του εαυτού τους, καταφεύγουν στην κατανάλωση χαπιών, ακόμα και χωρίς αγωγή για την ψυχολογική τους υποστήριξη και την κοινωνική τους συμμετοχή, καταλήγοντας στο παραπάνω ερώτημα.
[4] Ό.π. σελ. 62-64
[5] Ό.π. κεφάλαιο 3 Η ζυγαριά της ευχαρίστησης και του πόνου
[6] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1_Forbes
[7] Σελ. 27 Η σκοτεινή πλευρά του καπιταλισμού
[8] Ό.π. σελ . 35
[9] Ό.π. σελ.161-165
[10] Ό.π. σελ. 78-79
[11] Ό.π. σελ. 123
[12] Τα ψυχιατρικά φάρμακα συνταγογραφούνται πιο συχνά και σε μεγαλύτερες ποσότητες σε φτωχά άτομα, ιδίως σε φτωχά παιδιά, όπως υποστηρίζει η συγγραφέας, σελ.154-155.
[13] Ό.π. σελ.133-134
[14] Ό.π. σελ. 211, 214
[15] Ό.π. σελ. 213
[16] Η ίδια ήταν εξαρτημένη από την ανάγνωση ρομαντικών μυθιστορημάτων.
Η Ελένη Γουρνέλου είναι απόφοιτος του Τμήματος Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και κοινωνική ανθρωπολόγος. Εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και έχει συνεργαστεί ως παραγωγός με ραδιοφωνικούς σταθμούς.
