Οι περισσότεροι γνωρίζουμε πως σε μεγάλα μουσεία του εξωτερικού φιλοξενούνται ελληνικά γλυπτά. Τα έχουμε δει σε φωτογραφίες, ίσως τα έχουμε αντικρίσει από κοντά στο Λούβρο ή στο Βρετανικό Μουσείο. Στεκόμαστε μπροστά τους με ένα μείγμα υπερηφάνειας και πικρίας. Αυτό που συχνά αγνοούμε –ή αποφεύγουμε να συζητήσουμε– είναι το πώς έφτασαν εκεί. Ποιοι τα παραχώρησαν, ποιοι τα αφαίρεσαν και, κυρίως, υπό ποιες συνθήκες.
Η Κυρά της Ελευσίνας της Εύης Πίνη είναι ένα μυθιστόρημα που ξετυλίγει ακριβώς αυτές τις ιστορίες, μέσα από τρεις εμβληματικές περιπτώσεις αρπαγής αρχαιοτήτων: τη λεγόμενη «Θεά Δήμητρα» από την Ελευσίνα, τα γλυπτά της Αφαίας στην Αίγινα και την Αφροδίτη της Μήλου. Το βιβλίο δεν επικεντρώνεται μόνο στους «μεγάλους» –διπλωμάτες, στρατιωτικούς και συλλέκτες–, αλλά στρέφει τον φακό και στους «μικρούς»: τους ντόπιους που συνεργάστηκαν, που αμφιταλαντεύτηκαν ή που απλώς δεν κατάλαβαν τι συνέβαινε. Στους χωρικούς, στους παπάδες, στους μεσάζοντες, στους προύχοντες της εποχής.
Ο 18ος και ο 19ος αιώνας είναι η περίοδος κατά την οποία η Δυτική Ευρώπη, επηρεασμένη από τον Διαφωτισμό, ανακαλύπτει με πάθος την αρχαία Ελλάδα και ξεκινά τη «μεγάλη περιήγηση» αναζητώντας τα ίχνη της. Μα εν τω μεταξύ, έχουν περάσει αιώνες και οι περιηγητές αντικρίζουν μία πολύ διαφορετική πραγματικότητα. Οι Έλληνες, ως επί το πλείστον αγράμματοι χωρικοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όχι μόνο δε φιλοσοφούν καθισμένοι στα αρχαία μάρμαρα, αλλά τα χρησιμοποιούν για να φτιάξουν σπίτια ή ασβέστη. Απορούν με τους «λωλούς» ξένους που τα αναζητούν με τόση επιμονή – και, φυσικά, τους τα δίνουν.
Κι αν δεν τα δώσουν; Όπως στην περίπτωση της Κυράς της Ελευσίνας – ενός αρχαίου αγάλματος που ο κόσμος σεβόταν επειδή «ευλογούσε τις σοδειές»; Αρκούσαν λίγες ακόμα λίρες στον παπά. Εκείνος, άλλωστε, προσπαθούσε τότε να αποκόψει τον λαό από τέτοιες «ειδωλολατρικές» πρακτικές. Αυτό το σημείο μου θύμισε ένα κολάζ του Ελύτη, με μια εκκλησία κι έναν αρχαίο κίονα. Κάπως έτσι ήταν και το αφήγημα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους: ένα κολάζ. Ένας συγκερασμός του αρχαίου κόσμου με τη χριστιανική ορθοδοξία. Δύο κόσμοι που ιστορικά συγκρούστηκαν, αλλά κλήθηκαν να συνυπάρξουν για να συγκροτήσουν μια νέα εθνική ταυτότητα. Έναν τεχνητό συμβιβασμό, που εξηγεί πολλά από τα διλήμματα και τις αντιφάσεις που κουβαλάμε ακόμη και σήμερα.
Καθώς όμως η εθνική συνείδηση αρχίζει να συγκροτείται και να διαμορφώνεται (και) μέσα από το πρίσμα του φιλελληνισμού και της αρχαιολατρίας, αλλάζει σταδιακά και η στάση απέναντι στην πολιτιστική κληρονομιά. Η αρχαιοκαπηλία μειώνεται σημαντικά με την επανάσταση, όταν οι περισσότεροι ξένοι εγκαταλείπουν τη χώρα ή, ενταγμένοι στο κλίμα του φιλελληνισμού, εναντιώνονται στη συγκεκριμένη πρακτική.
Το πνεύμα εκείνης της εποχής, το πολιτισμικό χάσμα και η συνάντηση δύο κόσμων που δε μιλούν την ίδια γλώσσα –κυριολεκτικά και μεταφορικά– αποκρυσταλλώνονται σε έναν σύντομο διάλογο:
«Πες του ότι έχουμε έρθει, εγώ και ο μαθητής μου, γιατί αγαπάμε πολύ την αρχαία Ελλάδα και θέλουμε να δούμε και να μελετήσουμε τον πολιτισμό της» είπε με ύφος περισπούδαστο ο δάσκαλος.
«Τούτοι εδώ, παπά εφέντη, έχουν έρθει από την Αγγλετέρα» άρχισε να λέει ο Τούρκος «και ψάχνουνε να βρουν αρχαίες πέτρες και άλλα αρχαία πράματα. Και άμα κάτι τους αρέσει, το αγοράζουν και δίνουν πολλούς παράδες!»
Αυτό ήταν. Δύο κόσμοι, δύο διαφορετικές αντιλήψεις. Και ανάμεσά τους, τα γλυπτά – όσα σώθηκαν.

