Αν είχα φθάσει 5 λετπά αργότερα, δε θα τον πετύχαινα. Ο Ίαν ΜακΓιούαν μόλις είχε προλάβει να ξεπλύνει τα φλιτζανάκια του τσαγιού όταν χτύπησα το κουδούνι της πόρτας του σπιτιού του στην Οξφόρδη. Η 87χρονη μητέρα του είχε στριμώξει κάτι τελευταία πραγματάκια στην τσάντα της και ήταν έτοιμη για αναχώρηση. Ο γιος της θα την πήγαινε με το αυτοκίνητό του στον οίκο ευγηρίας όπου ζει εδώ και λίγα χρόνια. Ήταν φανερό πως ο συγγραφέας είχε ξεχάσει το ραντεβού μας.
Aπλώνω το δεξί μου χέρι για να τον χαιρετήσω. «Who are you?» μου πετάει, μεταφέροντας το πανί που κρατούσε στη φούχτα του δεξιού χεριού του στην αριστερή παλάμη. Χαιρετιόμαστε. Και για μια στιγμή –που μου φάνηκε ότι διήρκεσε αιώνες– άρχισα να αμφιβάλλω. Μήπως είχα κάνει λάθος την ώρα; Ευτυχώς με θυμήθηκε. Και, τυπικός όπως είναι, μου ζητάει χίλια «συγγνώμη». Αποτελειώνει το πλύσιμο των φλιτζανιών. Φτιάχνει καφέ. Και εξηγεί στη μητέρα του ότι δε θα έφευγαν αμέσως αλλά σε καμιά ωρίτσα. «Τις προάλλες» μου εκμυστηρεύεται ο ΜακΓιούαν «δούλευα από το πρωί όταν ένας φίλος μου με πήρε τηλέφωνο κατά το μεσημεράκι να με ρωτήσει αν ήθελα να παίξουμε τένις. Δέχτηκα. Όταν γύρισα σπίτι, βρήκα ένα σημείωμα στην πόρτα που έλεγε “Σας περίμενα για ώρες. Έχω έρθει από τη Βραζιλία για να σας πάρω συνέντευξη. Είχαμε ραντεβού σήμερα το απόγευμα”. Φαντάζεστε πώς αισθάνθηκα. Δεν ήταν τυχερός. Εσείς όμως είστε». Ναι, έτσι όπως το θέτει, σήμερα ήμουν τυχερή. Αχ, είχα παρκάρει λίγο πιο μακριά… Αν είχα σταθεί να χαζέψω στις βιτρίνες. Αν… Αν… Για τον ΜακΓιούαν όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας είναι τυχαία. Συγκυριακά. Τίποτε δεν είναι προκαθορισμένο. «Είμαστε σαν τα άτομα που επιπλέουν μέσα σ’ ένα θυελλώδες σύστημα. Σκοντάφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο. Δεν πιστεύω στη μοίρα ή στο πεπρωμένο. Όλοι μας έχουμε να διηγηθούμε ιστορίες για το πώς συναντηθήκαμε. Έτσι τυχαία. Μέσα σε τόσους ανθρώπους που συναντάμε είναι φυσικό να “πέσουμε” πάνω στον άντρα μας, στη γυναίκα μας… στον δολοφόνο μας…»
Ιαν, ο Μακάβριος
Να, κάτι τέτοια λέει –και γράφει– και του ‘χουν κολλήσει το παρατσούκλι Ian the Macabre (Ίαν, ο Μακάβριος). Ο μαύρος μάγος της λογοτεχνίας που «κάνει κόλπα» με… αιμομιξίες. Παιδοκτονίες και βιασμούς. Σαδομαζοχισμούς και ακρωτηριασμούς. Ευνουχισμούς. Παράφορους έρωτες. Σεξουαλικές διαστροφές. Και επαγγελματίες δολοφόνους. Στο βιβλίο του «In Between the Sheets», για παράδειγμα, υπάρχει μια ιστορία που μας λέει για κάποιον Ο’Byrne, βοηθό πορνογράφου, που τα μπλέκει με δύο νοσοκόμες. Τις απατά και τις δύο. Κάνοντας έρωτα με τη μια, διαπιστώνει ότι «τη βρίσκει» με σεξουαλικούς εξευτελισμούς και κακοποιήσεις. Τελικά οι νοσοκόμες, που μαθαίνουν στο μεταξύ ότι τις απατά, αποφασίζουν να πάρουν εκδίκηση. Με έναν αλλόκοτο τρόπο. Ακρωτηριάζοντας το πέος του. Και η ιστορία τελειώνει περιγράφοντας τον Ο’Byrne από τη μια να εκστασιάζεται με την ιδέα του ακρωτηριασμού και από την άλλη να τρέμει μπροστά στην αγωνία που μπορεί να προκαλέσει μια τέτοια πράξη.
Φρικιαστικά θέματα. Αποκρουστικά. Κι όμως ελκύουν και εντυπωσιάζουν τον αναγνώστη. Γιατί ο Ίαν ΜακΓιούαν είναι ένας από τους πιο καταξιωμένους λογοτέχνες της εποχής μας. Όχι μόνο στην Αγγλία, αλλά διεθνώς. Τιμημένος με διάφορα βραβεία κύρους, όπως το Booker Prize της Αγγλίας για το βιβλίο του «Amsterdam», το Whitbread Award για το «The Child in Time», το Somerset Maugham Award για το «First Love, Last Rites», και άλλα πολλά. Από πού βγαίνουν όλες αυτές οι φρικαλέες ιστορίες; Αυτοβιογραφικές; Ή φαντασία; «Όλα είναι φτιαχτά. Στο κεφάλι μου βρίσκονται. Εμένα μου αρέσει ο λογοτέχνης που σκαρφίζεται. Ανήκω στη σχολή του Ίταλο Καλβίνο. Της φαντασίας» απαντά ο συγγραφέας. «Φταίει, βέβαια, και η σύγχρονη αγγλική λογοτεχνία. Πολύ ανιαρή. Δεν είχε να δείξει τίποτα το συναρπαστικό. Τίποτα το ταραχώδες».
Λογοτεχνική αναρχία
«Όταν όμως πρωτοδιάβασα σύγχρονους Αμερικανούς συγγραφείς» συνεχίζει, «τον Φίλιπ Ροθ, τον Τζον Απντάικ, μου φάνηκαν πιο ελεύθεροι, πιο σκανδαλώδεις, πιο τολμηροί, πιο αστείοι. Δεν ήταν σαν τους Άγγλους, γκρίζοι, ευγενείς, συντηρητικοί και μη φιλόδοξοι. Με τράβηξε η λογοτεχνική τους αναρχία. Τόσο βίαιοι στο χιούμορ τους και στις χυδαιότητές τους! Αλλά παράλληλα τόσο βαθιά “βουτηγμένοι” μέσα στη λογοτεχνία. Ήξεραν τον Τσέχοφ τους. Το πνεύμα μου ήταν ανήσυχο. Ήθελα να σοκάρω. Ήμουν κι εγώ σαν έναν φοβιστή ζωγράφο που ήθελε να μπογιαντίζει τους ουρανούς του κόκκινους κι όχι μπλε. Διαβάζοντας Ουίλλιαμ Μπάροουζ, συνειδητοποίησα ότι δεν υπήρχε χώρος όπου ο λογοτέχνης δεν μπορούσε να διεισδύσει. Κι έτσι διάλεξα να πάω σε χώρους σκοτεινούς και ανείπωτους. Γιατί ήθελα να σοκάρω».
Ο ΜακΓιούαν, όταν άρχισε να γράφει, ήταν 22 χρόνων. Δεν είχε καμιά ιδέα για τον κόσμο. Ενδιαφερόταν μονάχα για μια λογοτεχνία που να μην έχει ρίζες ούτε στον χρόνο ούτε στον χώρο. Μια λογοτεχνία των συγκρούσεων και των αντιθέσεων. Και ήταν επιλογή δική του να κατέβει βαθιά, στα σκοτεινά λημέρια της ψυχής του ανθρώπου. Ακόμα απορεί γιατί μερικοί βρίσκουν τις ιστορίες του απωθητικές.
Και με διαβεβαιώνει ότι ούτε οι φίλοι ούτε οι μέντορές του γύρισαν ποτέ να του πουν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το μυαλό του. Ή ότι οι σκέψεις του ήταν καταχθόνιες. «Βέβαια, όσο έγραφα, ήταν καλά. Με το που πρωτοεκδόθηκαν, όμως, τα δύο πρώτα μου βιβλία, In Between the Sheets και First Love, Last Rites, έγινε σάλος. Σε τέτοιο βαθμό που, μπορώ να πω ότι βοήθησε τρομακτικά την καριέρα μου. Αλλά ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω γιατί τέτοια αντίδραση. Η λογοτεχνία ασχολείται με τέτοια πράγματα από αιώνες. Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ, Οδυσσέας…
Μια σκηνή
Και μπορεί να έχει δίκιο. Προσωπικά, οι ιστορίες του με συναρπάζουν. Το ύφος γραφής, όμως; Ο συγγραφέας, μέσω του αφηγητή του, ποτέ δεν παίρνει μια ηθική στάση σε σχέση με τα δρώμενα. Δηλαδή, αν κάτι είναι επιτρεπτό ή όχι. Το αντίθετο, μάλιστα. Γνέθει τις καταστάσεις με τέτοια δεξιοτεχνία, ώστε τις κάνει να φαίνονται κοινότοπες και συνηθισμένες. Για παράδειγμα, στο βιβλίο του The Cement Garden, ο ΜακΓιούαν έχει πλέξει ένα τόσο ρεαλιστικό τοπίο –ο νεκρός πατέρας, το απομονωμένο σπίτι, οι εργατικές πολυκατοικίες, η άρρωστη μάνα που πεθαίνει–, ώστε οι αιμομικτικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ του 15χρονου Τζακ και της μεγαλύτερης αδελφής του Τζούλι να φαίνονται ότι είναι κάτι το «φυσιολογικό». Μάλλον αναπόφευκτο. Γι’ αυτό και πολλοί τον κατηγορούν ότι εκμεταλλεύεται τον αναγνώστη.
«Εκμεταλλεύομαι; Μμ… δεν είμαι σίγουρος» αντικρούει, «ελπίζω ότι “χρησιμοποιώ” τον αναγνώστη και τον οδηγώ σ’ ένα ταξίδι που διαφορετικά δε θα πήγαινε. Ο Κούντερα το είχε πει ξανά και ξανά: το λογοτέχνημα είναι ο καλύτερος τρόπος εξερεύνησης της ανθρώπινης ψυχής. Καλύτερος και από την ιστορία ή την ψυχανάλυση. Γιατί εκμεταλλεύεται και τα δύο. Καλύτερος από την πολιτική. Ή την επιστήμη. Γιατί δεν ακολουθεί κανόνες. Κι έτσι ως μέθοδος έρευνας το λογοτέχνημα δεν είναι σε θέση να προσφέρει απαντήσεις. Το αντίθετο. Θέτει ερωτήματα».
Παρασύρει τον αναγνώστη σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Μια κρίσιμη στιγμή. Μια στιγμή καταστροφική. Ώρα αποφάσεων. Και δοκιμασίας. Σκοπός του συγγραφέα είναι να εμπλακεί ο αναγνώστης συναισθηματικά στην ιστορία. Να, όπως όταν βλέπει μια κινηματογραφική ταινία ή ένα θεατρικό έργο. «Μετά, αυτό που επακολουθεί, είναι καθαρά οπτικό» εξηγεί ο συγγραφέας, «αν κατορθώσεις να βρεις το οπτικό “κλειδί” μιας σκηνής, τότε η συναισθηματική φόρτιση έρχεται από μόνη της. Όπως και η σημασία. Είτε το θέλει ο αναγνώστης είτε όχι. Δεν είναι ανάγκη να του εξηγείς τι διαβάζει, να του δίνεις χαστούκια στο πρόσωπο».
Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ γέννησε την τέλεια πρόταση
Στο τελευταίο βιβλίο του Ίαν ΜακΓιούαν, Εξιλέωση, μπορεί να δει κανείς μια εξεζητημένη εφαρμογή της περίφημης τεχνικής του. Μια κρίσιμη στιγμή που θα διαρκέσει μια ολόκληρη ζωή. Η αφηγήτρια ανακαλεί στη μνήμη της ξανά και ξανά την ίδια σκηνή. Η ιστορία μιλάει για ένα κοριτσάκι δεκατριών χρόνων, παθιασμένο με τη λογοτεχνία. που κάνει ένα τραγικό λάθος. Εξαιτίας του πάθους του. Το λάθος στέλνει έναν άνδρα, τον αγαπημένο της αδελφής της, στη φυλακή. Έτσι αλλάζει ξαφνικά η ζωή δύο ανθρώπων. Και το κοριτσάκι που μεγαλώνει και γίνεται συγγραφέας γράφει και ξαναγράφει ένα μυθιστόρημα που βασίζεται πάνω σε αυτό το λάθος.
Ο αναγνώστης διαβάζει το τελευταίο χειρόγραφο, γραμμένο όταν η λογοτέχνης είναι 77 χρόνων. Σ’ όλη της τη ζωή αποζητούσε να γράψει την αλήθεια. Και καθώς τα γηρατειά κι ο θάνατος πλησιάζουν, αποφασίζει να γράψει κάτι λιγάκι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είχε συμβεί. Ελπίζω ο αναγνώστης να παθιαστεί με αυτή την ιστορία. Να μη θέλει να αφήσει το βιβλίο κάτω αν δε μάθει τι θα γίνει στο τέλος. Αν δε μάθει την αλήθεια. Η ιστορία είναι ένας “ψυχολογικός πόλεμος” που παίζει με τα συναισθήματα του αναγνώστη» λέει ο ΜακΓιούαν.
Απελευθέρωση με την πένα
Δε μας έχει συνηθίσει ο συγγραφέας σε τέτοιες «νωχελικές» και βραδυκίνητες ιστορίες που «ξαπλώνονται» με άνεση σε έναν «καναπέ» 400 σελίδων. Και επίσης δε μας έχει συνηθίσει σε γυναίκες αφηγήτριες. Ρίχνω μια ματιά στη μητέρα του, τη Ρόουζ. Είναι καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας. Καλοσυνάτη. Αλλά με μια απόκοσμη ηρεμία. Είναι σαν να απουσιάζει. «Κάντε δουλειά. Εγώ θα ακούω αυτά που λετε» μας λέει κουνώντας το κεφάλι. «Δεν έχει την αίσθηση του χώρου και δεν ξέρει πού βρίσκεται» μου ψιθυρίζει ο ΜακΓιούαν, που είναι τρυφερός και μελιστάλακτος κάθε φορά που της μιλά.
Ο Ίαν είναι το τρίτο παιδί της Ρόουζ από τον δεύτερό της γάμο με τον αξιωματικό στρατού Ντέηβιντ ΜακΓιούαν, έναν Σκοτσέζο από εργατική οικογένεια που του άρεσε πολύ το πιοτό και τα γλέντια. Που όταν μεθούσε, έχανε τον έλεγχο και ξυλοκοπούσε και τη Ρόουζ, η οποία δεν παραπονέθηκε ποτέ της και σε κανέναν.
Μήπως γι’ αυτόν τον λόγο ο γυναικείος χαρακτήρας στις ιστορίες του είναι «ευλογημένος» με καλοσύνες κι αρετές; Κάτι στο οποίο οι άνδρες του υστερούν; Μήπως με την πένα του ο συγγραφέας θέλει να απελευθερώσει τη μητέρα του;
Μιλά για μια παιδική ηλικία άνετη. Χωρίς περιπέτειες. Προστατευμένη. Με ταξίδια στη Βόρεια Αφρική, εκεί που έστελναν τον πατέρα του. Εσώκλειστος σε διάφορα σχολεία από τα 5 του χρόνια, μόλις στα 14 του ανακάλυψε ότι ήταν έξυπνος. «Μέχρι αυτή την ηλικία» διηγείται ο συγγραφέας «είχα περάσει έτσι, απαρατήρητος. Και ξαφνικά άρχισα να ανακαλύπτω τη μουσική, τα βιβλία, τη λογοτεχνία. Ξαφνικά διαπίστωσα ότι υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να ζει κανείς. Ξύπνησα. Κι έτσι τα δύο τελευταία χρόνια στο σχολείο ήμουν ευτυχισμένος. Όχι ότι τα προηγούμενα ήταν άσχημα. Αλλά ήταν άχρωμα χρόνια. Κάτι σαν ύπνος. Από πάντα έγραφα» συνεχίζει «και δεν έχω κάνει άλλη δουλειά στη ζωή μου. Μέσα απ’ το γράψιμο ανακάλυψα τον εαυτό μου και σιγά σιγά τον κόσμο. Αισθάνομαι ελεύθερος που έχω τη δυνατότητα και επιλέγω αυτό που κάνω. Ο Φρόυντ είχε πει ότι υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις για να είναι κάποιος ευτυχισμένος: η καλή υγεία, ο καλός σύντροφος και η ενδιαφέρουσα δουλειά. Και πιστεύω ότι ο άνθρωπος που χαίρεται τη δουλειά του, ακόμα κι αν οι άλλοι δύο τομείς δεν είναι καλοί, χαίρει μιας κάποιας ουσιαστικής ελευθερίας στη ζωή του».
Αναρωτιέμαι. Αν ο Ίαν είχε διαφορετική μητέρα, θα γινόταν ποτέ συγγραφέας; Η Ρόουζ μπορεί και να μην το μάθει ποτέ της. Αλλά χωρίς αυτήν ο συγγραφέας δε θα είχε την ίδια σχέση που έχει σήμερα με τη γλώσσα. Το ίδιο πάθος για την τέλεια πρόταση. «Για μένα η τέλεια πρόταση είναι το παν» δηλώνει ο συγγραφέας, «είναι εκείνη η πρόταση που γητεύει τον αναγνώστη όχι προς τον εαυτό της αλλά στο νόημα της. Βέβαια, κάπου κάπου θέλω να σταθεί ο αναγνώστης και να απολαύσει ένα κάποιο σχήμα λόγου. Συμφωνώ με τον φίλο μου τον Μάρτιν Έϊμις που λέει ότι το μυθιστόρημα έχει να κάνει με την τέλεια πρόταση. Όχι τόσο με την πλοκή. Και υπάρχουν πολλοί συγγραφείς που δεν ενδιαφέρονται για την πλοκή. Ο Κούντερα, για παράδειγμα, δεν έχει χρόνο για πλοκή. Ή ο Σαλμάν Ρούσντι δεν έχει καν επιθυμία για πλοκή».
Ο εξαγνισμός των φράσεων
Η σχέση του Ίαν ΜακΓιούαν με τη γλώσσα είνα μια σχέση επίπονη. Του κάματου. Της απόρριψης και της επιφυλακτικότητας. Της λεπτολογίας και της αβεβαιότητας. Κι αυτό γιατί από νωρίς είχε συνειδητοποιήσει ότι η γλώσσα που μιλούσε η Ρόουζ στο σπίτι τους –και την οποία μιλούσε ο ίδιος– ήταν διαφορετική από αυτή που του μάθαιναν στο σχολείο. Στο σχολείο θα κάνει το παν για να εξαγνίσει τις φράσεις του από μητρικούς γλωσσικούς ρύπους. Γιατί, βλέπετε, η Ρόουζ «έτρωγε» φωνήεντα και σύμφωνα. Έκανε γραμματικές και συντακτικές ατασθαλίες. Ο τονισμός των φθόγγων της ήταν λάθος. «It’s a lot of cars today, id’n it?» θα έλεγε. Ο Ίαν είχε φθάσει σε τέτοιο σημείο απόγνωσης, ώστε είχε αναθέσει στον καλύτερό του φίλο να τον διορθώνει κάθε φορά που έλεγε «done» αντί για «did». «And his friend done for him» (Κι ο φίλος του το ‘κανε). Υπάρχει τελικά η τέλεια πρόταση; Όσο παθιασμένοι και αν είμαστε με τη γλώσσα. Την απάντηση τη βρήκα σ’ ένα άρθρο που δημοσίευσε ο ΜακΓιούαν στην αγγλική εφημερίδα Guardian τον περασμένο Οκτώβριο. Έγραφε, λοιπόν, ο συγγραφέας για εκείνο το φωτεινό μεσημέρι όταν είχε βγάλει βόλτα τη μητέρα του. Κι οδηγούσαν άσκοπα στους δρόμους των δυτικών προαστίων του Λονδίνου. «Οο, I really love doing this» (Πραγματικά τρελαίνομαι για τέτοιες εξόδους) είχε πει η Ρόουζ, «I mean, look at me riding about like Lady Muck!» (Κοίτα μεγαλεία, να με πηγαίνεις αυτοκινητάδα, έτσι σαν αρχόντισσα!). «”Lady Muck!”, είχα να ακούσω αυτή την έκφραση για χρόνια» σχολίαζε ο συγγραφέας, «πρέπει να ήταν σε χρήση τη δεκαετία του ’30 ή του ’40. Όλη η πρόταση ήταν τέλεια. Τέλεια για το μυθιστόρημα που γράφω. Θα τη χρησιμοποιήσω. Κι έτσι θα θυμάμαι ότι την είχε πει η Ρόουζ. Έχω βρει το κατάλληλο πρόσωπο στην ιστορία που γράφω που μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτές ακριβώς τις λέξεις της. Γι’ αυτό και σ’ ευχαριστώ, Ρόουζ, για αυτή την πρόταση. Και για άλλα πολλά». Μήπως, τελικά, κάπως έτσι «γεννιούνται» οι τέλειες προτάσεις; Και δε φτιάχνονται;
Το βραβείο Booker ήρθε λίγο αργότερα
Όταν ήρθε το Booker Prize το 1998 με το βιβλίο του Άμστερνταμ, ο ΜακΓιούαν ήταν 50 χρόνων ακριβώς και ήδη αναγνωρισμένος. Δεν άλλαξε η ζωή του; «Ε, όχι και τόσο. Άλλοι συγγραφείς ταξιδεύουν ανά τον κόσμο για 18 μήνες παρουσιάζοντας το βιβλίο τους. Εγώ ταξίδεψα για μια εβδομάδα και είπα “τέλος”. Να σου πω την αλήθεια, το περίμενα να έρθει λίγο πιο νωρίς. Είχα ήδη τελειώσει το πιο επιτυχημένο μου μυθιστόρημα, Enduring Love, που πούλησε μόνο στην Αγγλία μισό εκατομμύριο αντίτυπα. Και έτσι ξαφνικά να με τιμήσουν με το Booker… Μου φάνηκε παράξενο. Ήταν το κερασάκι πάνω στην τούρτα. Ήμουν πολύ τυχερός».
Πού το φέρνει, πού το πάει, πάλι για την τύχη μιλά. Αν το Άμστερνταμ είχε γραφτεί ένα άλλο έτος… Αν τα άτομα της επιτροπής ήταν διαφορετικά… Κι όμως, δεν ήταν καθόλου θέμα τύχης. Την ιδέα του βιβλίου μπορεί να τη συνέλαβε ο συγγραφέας τυχαία. Τότε που είχε πάει για πεζοπορία με έναν φίλο του ψυχίατρο και πάνω στη συζήτηση για τη νόσο αλτσχάιμερ είχαν κάνει τη συμφωνία ότι, αν χτυπούσε η αρρώστια τον έναν από τους δύο, ο άλλος θα είχε την υποχρέωση να τον πάει στο Άμστερνταμ για να πεθάνει αξιοπρεπώς. Μέσω ευθανασίας. Αλλά το βιβλίο όταν εκδόθηκε, το 1998, ήταν πολύ επίκαιρο. Γιατί αντανακλούσε μια Αγγλία που άλλαζε. Γραμμένο το 1996-1997, τότε που οι Εργατικοί έπαιρναν κάπως αδέξια τα ηνία της εξουσίας από τους Συντηρητικούς, μίλησε για φιλίες και ίντριγκες. Για δημοσιογράφους και τηλεοπτικά κανάλια. Για πολιτικά ρουσφέτια. Για φήμη. Αλήθεια, του αρέσει που έχει γίνει μια τέτοια διεθνής διασημότητα;
«Η φήμη του λογοτέχνη είναι να… τοσοδούλα» μου λέει σχηματίζοντας ένα μικροσκοπικό άνοιγμα με τα δυο δάχτυλα του χεριού του. «Τις προάλλες πήγα με τους δύο γιους μου σε συναυλία των Radiohead στην Οξφόρδη. Εκεί να δεις δόξες. Τα παιδιά αυτά θεωρούνται θεοί. Θυμάμαι μια φορά που περπατούσα τους δρόμους της Ρώμης με την Ιζαμπέλα Ροσσελίνι. Οι περαστικοί κεραυνόπληκτοι είχαν κοκαλωσει σαν να έβλεπαν τον Ιησού τον ίδιο. Εμείς οι συγγραφείς, τι φήμη να έχουμε;»
Ο ΜακΓιούαν, ό,τι και να λέει, έχει το δικό του κλαμπ. Και περισσότερο απ’ όλους τους αναγνώστες του, αγαπά τα παιδιά. Τα 15χρονα σχολιαρούδια που μελετούν τα έργα του στη διδακτική ύλη του σχολείου. «Κάθε χρόνο δίνω διαλέξεις σε διάφορα σχολεία» επισημαίνει «και αυτό που με συγκινεί ιδιαιτέρως δεν είναι ότι τα παιδιά στήνονται στην ουρά για ώρες για το αυτόγραφο, αλλά το ότι, όταν φέρνουν τα βιβλία τους για να τα υπογράψω, το περιθώριο κάθε βιβλίου είναι γεμάτο με σημειώσεις. Ε, τότε συγκινούμαι. Εκείνο που μου έμαθε η δημοσιότητα και το Booker ειναι να αποδέχομαι τα κομπλιμέντα των αναγνωστών μου. Σε ρεστοράν με πλησιάζουν αναγνώστες για να μου πουν πόσο τους άρεσε ένα βιβλίο μου. Παλιά, όταν κάποιος μου έδινε συγχαρητήρια, ένιωθα αμηχανία και νευρικότητα. Δεν έλεγα τίποτα. Τώρα τουλάχιστον λέω και ένα ευχαριστώ» επισημαίνει. Έντονα ντροπαλή φύση. Καταπιεσμένη. Συνεσταλμένη. Όχι πια όμως. Γιατί ο ΜακΓιούαν έσπασε τη σιωπή του πάνω στη σελίδα. Οι σκοτεινές, μακάβριες κι ανεκδιήγητες ιστορίες του τον απελευθέρωσαν. Έχει αποχωρήσει από τον χώρο του σκότους. Έξω νυχτώνει. Ο χρόνος μας έχει λήξει. Εξάλλου πρέπει να φύγουν για τον οίκο ευγηρίας της Ρόουζ. Κρίμα, γιατί της Ροουζ ποτέ δεν της άρεσε να ταξιδεύει στο σκοτάδι!
ΚΟΥΤΣΟΜΠΟΛΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ
Έχετε μια συγκεκριμένη μέθοδο γραψίματος;
«Δε νομίζω να είναι μέθοδος. Είναι σαν να πηγαίνεις σχολείο. Με το που θα φθάσεις στα τρία τέταρτα του μυθιστορήματος, ξέρεις πώς θα το γράψεις. Στην αρχή δεν έχεις ιδέα. Μερικές φορές ένα μυθιστόρημα στηρίζεται μονάχα πάνω σε μία παράγραφο. Αν είναι η σωστή, τα υπόλοιπα θα ακολουθήσουν. Άλλες φορές κάνεις διάφορους πειραματισμούς. Εξαρτάται. Για παράδειγμα, όταν έγραφα το Enduring Love, προσέγγισα το υλικό μου από πολλές διαφορετικές πλευρές. Πήρε χρόνο πολύ πριν γράψω την αρχή. Στο The Cement Garden είχα χτίσει το πρώτο μισό του βιβλίου στο μυαλό μου. Όσο για το Άμστερνταμ, το είχα συλλάβει μέσα μου ως μια οντότητα».
Πόσο σημαντική είναι η αρχή σ’ ένα μυθιστόρημα;
«Πάρα πολύ. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι και το πρώτο πράγμα που γράφεις. Ο αναγνώστης είναι ένας άνθρωπος πολυάσχολος. Έχει στο μυαλό του χίλια πράγματα. Πρέπει να τον συνεπάρεις από την αρχή. Ή, αν δεν τον συνεπάρεις, να τον δελεάσεις. Να τον αποπλανήσεις διακριτικά. Γι’ αυτό και η αρχή είναι κρίσιμη. Του ζητάς να αφιερώσει 10 με 12 ώρες από τη ζωή του. Για να σε διαβάσει πρέπει να έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στις ικανότητές σου ότι θα τον μεταφέρεις σ’ έναν άλλο κόσμο. Αν δεν μπορείς να το κάνεις αυτό μέσα σε δύο σελίδες, τότε… Στο υπνοδωμάτιό μου έχω 30 βιβλία, όλα ανοιγμένα με τη ράχη πάνω. Κάποια μέρα θα τα ξαναεπισκεφθώ…»
Ποια είναι η πηγή έμπνευσής σας; Βγαίνετε στους δρόμους και παρατηρείτε ανθρώπους;
«Όχι! [σκέφτεται] Είναι όλα μέσα στο κεφάλι μου. Όταν τελειώσω το γράψιμο ενός βιβλίου, με πιάνει μια νευρικότητα. Ένα άγχος που φθάνει στο σημείο να μην το αντέχω πια. Σαν μια αρρώστια που σιγά σιγά σε ρημάζει. Έτσι, συχνά αρχίζω να γράφω, στην τύχη. Η διαδικασία του γραψίματος δεν είναι πάντοτε η ίδια. Είναι τυχαία. Άλλοτε έχω χάρτη. Κι άλλοτε ένα μισάνοιχτο μονοπάτι».
Κάποτε είχατε πει ότι το κουτσομπολιό είναι ζωτικής σημασίας για το γράψιμο. Πώς;
«Το κουτσομπολιό είναι τα “καύσιμα” της κοινωνικής ζωής. Όλοι μας σχολιάζουμε τα κίνητρα των άλλων. Στήνουμε πηγαδάκια και κρίνουμε. Αποκλείουμε άλλους από την παρέα μας. Και δεχόμαστε άλλους. Το κουτσομπολιό είναι ένας συνεκτικός κρίκος που μας ενώνει. Έτσι προσδιορίζουμε ποιος είναι “in” και ποιος είναι “out”. Η λογοτεχνία είναι μια προηγμένη μορφή κουτσομπολιού. Είναι γεμάτη από το τι έκαναν οι άλλοι και πώς τους κρίνουμε εμείς. Έχω ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη που λέγεται “Human Universals” και καταγράφει, σύμφωνα με τις απόψεις των ανθρωπολόγων, εκείνα τα χαρακτηριστικά που είναι κοινά σ’ όλες τις πρωτόγονες κοινωνίες. Το κουτσομπολιό είναι ένα απ’ αυτά. Είμαστε κοινωνικά όντα και δε θα πάψουμε να κρίνουμε ο ένας τον άλλον».
Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο ένθετο «ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ» της εφημερίδας Τα Νέα, 29-30 Δεκεμβρίου 2001