«Η Τζούλια και ο καρχαρίας» των Κίραν Μίλγουντ Χάργκρεϊβ και Τομ Ντε Φρέστον είναι ένα όμορφο, ειλικρινές και ποιητικό βιβλίο για την απώλεια, για τον χρόνο που ποτέ δεν είναι αρκετός και για την προσπάθεια να κρατήσεις κάτι κοντά σου όταν ήδη αρχίζει να απομακρύνεται. Όσο το διάβαζα, δεν μπορούσα να σταματήσω να αναρωτιέμαι: ποιος είναι τελικά αυτός ο καρχαρίας;
Η Τζούλια είναι ένα εντεκάχρονο κορίτσι που φεύγει με τους γονείς της και τη γάτα Νουντλ για ένα μικρό νησί της Σκοτίας. Έχουν μπροστά τους δύο μήνες: ο μπαμπάς για να αυτοματοποιήσει τον φάρο όπου μένουν, η μαμά για να ψάξει και να βρει έναν υπεραιωνόβιο καρχαρία που λένε ότι μπορεί να επιβραδύνει τον χρόνο. Κι η Τζούλια έχει δύο μήνες για να μεγαλώσει.
Η Τζούλια βλέπει τη μαμά της ως μια γυναίκα που συνδέει άσχετες τελίτσες που η ίδια δεν ξέρει καν πως υπάρχουν! Ως μια ευφυή επιστημόνισσα, θαλάσσια βιολόγο, που δε στερεύει από απίθανες ιστορίες για τον κόσμο της θάλασσας. Στο νησί, όμως, γνωρίζει τον Κιν που της δείχνει μέσα από το τηλεσκόπιο του τον κόσμο του ουρανού. Και, σιωπηλός, της μαθαίνει κάτι ακόμα: «όταν τα συναισθήματα στριμώχνονται πολύ μέσα σου, νομίζεις πως θα σε τρυπήσουν και θα σκάσεις». Κι αυτό ακριβώς νιώθει και η ίδια, γιατί τώρα η μητέρα της έχει βυθιστεί στην έρευνα και μοιάζει να απομακρύνεται.
Είναι καταπληκτικό πως, παρά την απομάκρυνση της μητέρας, ως αναγνώστης δεν αμφιβάλλεις ούτε μία στιγμή ότι η μαμά αγαπάει την Τζούλια. Και αυτός είναι ένας από τους πολλούς λόγους που λάτρεψα αυτό το βιβλίο: δείχνει και μια άλλη μορφή μητρικής αγάπης – πιο τραχιά. Και πολλές φορές καλά κρυμμένη και από τα μάτια μας και ακόμα περισσότερο από τα βιβλία για νέους.
Γιατί, στην πραγματικότητα, αυτό που περιγράφεται δεν είναι παρά άλλο ένα επεισόδιο διπολικής διαταραχής της μαμάς της – αλλά η Τζούλια δεν το γνωρίζει ακόμη. Μήπως λοιπόν ο καρχαρίας είναι τελικά αυτό το κήτος που υπάρχει στα βάθη κάθε οικογένειας; Αυτό το κάτι που κουβαλάνε οι «μεγάλοι» και τα που τα παιδιά δε βλέπουν, αλλά αντιλαμβάνονται τον υπόκωφο ήχο του;
Από τις πιο δυνατές στιγμές του βιβλίου, όταν η Τζούλια σβήνει, κατά λάθος, μια φωτογραφία από τη μνήμη της κάμερας. Η Τζούλια, όμως, σβήνοντας αυτή τη φωτογραφία –έστω και άθελα της–, δημιουργεί χώρο για μία νέα φωτογραφία, ενός άλλου κόσμου. Η Τζούλια θα φωτογραφίσει τον ουρανό με τα άστρα – εκείνα που συνεχίζουν να λάμπουν, ακόμη κι αν έχουν σβήσει. Η Τζούλια μεγαλώνει. Διαλέγει ποια κομμάτια της μητέρας της θα αφήσει πίσω και ποια θα κρατήσει μέσα της.
Η σβησμένη φωτογραφία αποτύπωνε το μέρος όπου η μητέρα της είχε σκορπίσει τις στάχτες της δικής της μητέρας και το μέρος όπου αποχαιρέτησε τον παλιό της εαυτό – πριν γίνει μητέρα και πριν εμφανιστεί η ασθένεια. Μόνο αν είχε βρει τον καρχαρία, μόνο τότε ίσως να είχε λίγο περισσότερο χρόνο… Μήπως ο καρχαρίας δεν είναι παρά η ανάγκη να κρατήσεις κάτι που ήδη έχει φύγει;
Κι έπειτα η μαμά της βυθίζεται στην κατάθλιψη. Η Τζούλια δεν μπορεί να το κατονομάσει, καταλαβαίνει όμως πως οι αγκαλιές της μαμάς δεν είναι πια τρυφερές όπως παλιά. Και η ράχη της στα σεντόνια της μοιάζει τώρα με πτερύγιο καρχαρία. Η Τζούλια φοβάται, ο καρχαρίας έρχεται το βράδυ στο κρεβάτι της. Ο καρχαρίας είναι οι φόβοι μας;
Ο καρχαρίας μπορεί να είναι όλα αυτά και τίποτε από αυτά. Για μένα, όμως, είναι η ίδια η επιθυμία να επιβραδύνουμε το αναπόφευκτο. Και όλοι το έχουμε νιώσει αυτό – μικροί, μεγάλοι, κόρες, γιοι, ψυχικά ασθενείς ή όχι. Εγώ το ένιωσα στα έντεκα μου, όπως η Τζούλια — κι αυτός είναι κι άλλος ένας λόγος που αγαπώ τόσο πολύ αυτό το βιβλίο. Και χάρηκα πολύ που το διάβασα νύχτα, γιατί οι εικόνες σε αυτό το βιβλίο δεν είναι απλά εικόνες, είναι αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας. Κινούνται από το σκοτάδι στο φως, από τα βάθη στην επιφάνεια, από το μαύρο στο κίτρινο. Αν το διαβάσετε, θα πρότεινα να σβήσετε το φως και να αφήσετε αναμμένη μια μικρή λάμπα.


