Το βιβλίο της ομότιμης καθηγήτριας Νεοελληνικής Φιλολογίας Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου «Ε.Χ. Γονατάς: Μικρές και παράξενες ιστορίες» (Εκδόσεις Πατάκη, 2025) είναι αποτέλεσμα συστηματικής έρευνας, βαθιάς φιλίας, θαυμασμού και πνευματικής επικοινωνίας με τη ζωή και το έργο του ιδιότυπου μεταπολεμικού δημιουργού, που γεννήθηκε το 1924 και πέθανε το 2006. Παρότι η συγγραφέας συνδεόταν φιλικά μαζί του για 27 ολόκληρα χρόνια, τον επισκεπτόταν στο σπίτι του στην Κηφισιά, συνομιλούσε μαζί του συχνά στο τηλέφωνο, δίδασκε συστηματικά τα κείμενά του, η συγγραφή του βιβλίου ξεκίνησε μετά τον θάνατό του και μετά τη δική της αποχώρηση από το ΑΠΘ το 2012.
Στο βιβλίο, η συγγραφέας ακολουθεί τον βίο και το έργο του Γονατά συνδέοντάς τα με λογοτεχνικές και αισθητικές θεωρίες από τις οποίες επηρεάστηκε ο Γονατάς· ανάμεσά τους συγκαταλέγονται το φανταστικό, το υπερρεαλιστικό μαύρο χιούμορ, τα κινήματα του ρομαντισμού και του αισθητισμού, ο μοντερνισμός, ο εξπρεσιονισμός (κυρίως, λόγω του μεταφραστικού του έργου), καθώς και η αισθητική του γκροτέσκο, ιδωμένη μέσα από το πρίσμα της θεωρίας του Μπαχτίν για το καρναβαλικό και τη σωματική υπερβολή. Ο Γονατάς δέχτηκε, επίσης, επιρροές κι από τη μελέτη σπουδαίων δασκάλων, μεταξύ των οποίων, είναι ο Γκυστάβ Φλομπέρ, ο Ιβάν Γκόλ, ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε, ο Novalis, ο Βόλς, ο Χέρμαν Μέλβιλ, ο Samuel Taylor Coleridge, ο Αντόνιο Πόρτσια, ο Μπόρχες, αλλά και από εγχώριους λογοτέχνες όπως ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Δημήτρης Παπαδίτσας, ο Νίκος Καχτίτσης, ο Νικόλαος Κάλας, ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Νίκος Εγγονόπουλος κ.ά.
Εκτός από το συγγραφικό έργο, τις λογοτεχνικές επιρροές και τις φιλίες του Ε.Χ. Γονατά, η συγγραφέας αναφέρεται με σπουδή και τρυφερότητα στα πλέον σημαντικά συμβάντα της ζωής του, εστιάζοντας στις αναφορές του ιδίου σε πρόσωπα που συνάντησε και τον σημάδεψαν, την οικογένειά του με τις μικρασιατικές ρίζες (Αϊβαλί), τον εκδότη και ακαδημαϊκό Δημήτρη Καμπούρογλου –εμπνευστή των πρώτων γραπτών του[1]–, καθώς και τους φίλους των νεανικών του χρόνων στην Κατοχή. Ανάμεσά τους, συγκαταλέγονται ο ποιητής Γιώργος Μακρής[2], που τον μύησε στη ρωσική και γαλλική λογοτεχνία, και ο αριστερός ποιητής και αγωνιστής Γιώργος Κοτζιούλας[3], που του αποκάλυψε τις αφανείς δυνατότητες της ηθογραφίας, και ο Εγγονόπουλος, χάριν του οποίου έγινε μανιώδης αναγνώστης και μπορούσε να απαγγέλει από στήθους Σολωμό και Καβάφη[4]. Το βιογραφικό ψηφιδωτό συμπληρώνουν η αλληλογραφία του με τον Νίκο Καχτίτση[5] και τον συμμαθητή του από το γυμνάσιο, ποιητή Μίλτο Σαχτούρη, η γνωριμία του με την ποιήτρια και μετέπειτα σύζυγό του Άννα Κατεβαίνη, αλλά οι εμβληματικοί χώροι που περιδιάβηκε στον βίο του και τον επηρέασαν ανθρωπογεωγραφικά: το 2ο Γυμνάσιο Αρρένων, οι δενδροστοιχίες της Μιχαήλ Βόδα, τα νεοκλασικά σπίτια στη γειτονιά του Αγίου Παντελεήμονα που μεγάλωσε, το Παρίσι, το «γκρέμι» της Τήνου και το σπίτι της Κηφισιάς με την αυλή του. Αυτή την «αυλή των θαυμάτων» περιηγείται έκθαμβη και αφανής η σκηνοθέτρια Εύα Στεφανή, ακολουθώντας τον στις περιγραφές και τις συνδέσεις του με τα ζώα, τα φυτά, τους προγόνους, τα λεξικά, τις σκέψεις και τις αποκαλύψεις του στο ντοκιμαντέρ «Επισκέψεις στο σπίτι του Ε.Χ. Γονατά» (2012), υλικό που συ-ντροφοδότησε το βιβλίο της Φ. Αμπατζοπούλου.[6]
Σύμφωνα με τη συγγραφέα, ο Γονατάς δεν υπήρξε μόνο συγγραφέας και ποιητής, αλλά και ερασιτέχνης ανθρωπολόγος και ηθολόγος. Μελετούσε με τρυφερότητα και φροντίδα όλα τα πλάσματα του κόσμου, συνήθιζε να εμβαθύνει στον χαρακτήρα τους, έδινε ονόματα στις γάτες του[7], συνομιλούσε με τα φυτά και συνέθετε αενάως έναν ονειρικό μικρόκοσμο προσηλωμένο στον ανιμισμό και τη μαγεία των παραμυθιών[8]. Σε αυτή την ιδιαίτερη σχέση του με το περιβόλι και τα πλάσματα του κήπου του –τον σκαντζόχοιρο, τις γάτες, τις πάπιες, τις χελώνες– εστιάζει η συγγραφέας με έκδηλη συγκίνηση και νοσταλγία. Αν και ζητά συγγνώμη από το αναγνωστικό κοινό για τη χρονική παρέκβαση από το κυρίως θέμα που είναι ο λογοτέχνης Γονατάς, εντάσσει οργανικά τα εν λόγω περιστατικά στην αφήγησή της, θεωρώντας τα δομικό συστατικό της ιδιοσυστασίας του Ε.Χ. Γονατά ως ανθρώπου και δημιουργού[9].
Ως αναγνώστρια του βιβλίου βρίσκω ότι αυτή η «λοξοδρόμηση» της συγγραφέως είναι απόλυτα δικαιολογημένη, αν αναλογιστεί κανείς και την ακλόνητη πίστη του Γονατά στην αρμονική συνύπαρξη ετερόκλητων πλασμάτων που συνθέτουν το μυστήριο της καθημερινότητας. Την ίδια οργανική ποιότητα συναντάμε και στο έργο του, το οποίο τρέφεται από το ανοίκειο, το παιγνιώδες και το ονειρικό ενώ αποστρέφεται το προφανές. Πρόκειται για μια κατάσταση ανάλογη με εκείνη κατά την οποία η ανθρώπινη ψυχή ενώνεται με τον νου και τον φωτίζει μέσω της έκστασης, όπως ακριβώς την περιγράφει στην έκτη Εννεάδα του ο ιδρυτής του νεοπλατωνισμού Πλωτίνος. [10]
Αυτή τη διαρκή σύνδεση των ετερόκλητων πραγμάτων αναζητά σε όλο το έργο του ο «χειροποίητος», αιρετικός και παραδοξολόγος «ερημίτης της Κηφισιάς», ήδη από το πρώτο του πεζογράφημα (μόλις 20 χρονών), τον Ταξιδιώτη (1945, σελ. 28, ιδιωτική έκδοση)[11]. Εκεί, πραγματεύεται την ιστορία ενός ανθρώπου που σκοτώνει έναν γίγαντα και εξαφανίζεται, ανατρέποντας τις φήμες περί της αριστοκρατικής του καταγωγής. Το κείμενο εξελίσσεται μέσα σ’ ένα έντονα ονειρικό και απόκοσμο σκηνικό, γεμάτο με τρένα, γεράκια και μια μεγάλη σάλα χορού για φαντάσματα. Πρόκειται για ένα έργο που, όπως επισημαίνει η συγγραφέας, ανακαλεί τη μνημειώδη φράση του Μπρετόν στη Νατζά: «Η ομορφιά θα είναι φρενήρης ή δε θα υπάρξει. Και τούτο διότι εδώ η ομορφιά καλπάζει ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι δημιουργώντας απροσδόκητες ατμόσφαιρες, ενώ παράλληλα ανάβει σπίθες μαύρου χιούμορ, ταράζοντας τη συμβατική μας αντίληψη για τον κόσμο».[12]
Η επίσημη κριτική της εποχής του Γονατά δυσκολεύτηκε να κατατάξει τον ιδιότυπο, αινιγματικό λόγο του, ενώ οι αριστεροί κριτικοί της μεταπολεμικής περιόδου τον αντιμετώπισαν αρνητικά επειδή αρνήθηκε να ενταχθεί πολιτικά σε κάποιον χώρο. Κι όμως, ο Γονατάς, μέσω της ποιητικής του γλώσσας, υπονομεύει την κοινοτοπία της καθημερινότητας εξυψώνοντάς την· αντιστέκεται στην πνευματική υποδούλωση αποκαθηλώνοντας τα στερεότυπα, τα ιδεολογήματα και τη συνήθεια. Αν αυτό δεν είναι πολιτική στάση, τότε τι είναι;
«Η φωνή του Γονατά διαφέρει από τις άλλες των συνομηλίκων του της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, που είχαν περάσει τον πόλεμο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο, γιατί συνεχώς δίνει έναν αγώνα υπέρ της απεξάρτησης της τέχνης από την ιδεολογία, τη στράτευση, τη σκοπιμότητα του πολιτικού αγώνα, εθνικού ή λαϊκού, αστικού ή προλεταριακού».[13]
Αλλά και οι ομότεχνοί του τήρησαν αποστάσεις από το έργο του[14] με φωτεινή εξαίρεση τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, όπως μαρτυρεί και το πολύ ενθαρρυντικό δελτάριο του Θεσσαλονικιού ποιητή[15] με ημερομηνία 4 Ιανουαρίου 1954 που δημοσιεύεται για πρώτη φορά στη μελέτη της Φ. Αμπατζοπούλου. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, «ο Γονατάς επέλεξε τη σύντομη και παράξενη ιστορία από βαθιά φιλοσοφική ανησυχία και όχι από αισθητική παραξενιά ή έγνοια πρωτοτυπίας, και σ’ αυτή την ανησυχία στήριξε και τη στιλιστική του μέριμνα».[16] Άλλωστε, και ο ίδιος έλεγε συχνά με ύφος κατηγορηματικό ότι δεν είναι ονειροπόλος. Χαρακτήριζε δε τον εαυτό του αφανή, αποκαλύπτοντας ότι το φανταστικό στοιχείο που βλέπουμε στο έργο του είναι στην ουσία η οπτική ενός παρατηρητή που διαβλέπει την παραδοξότητα της πραγματικότητας.[17]
Το έργο του Γονατά είναι βαθιά επηρεασμένο από τον «ρεϊσμό» του Ιβάν Γκολ[18] και την υπερρεαλιστική «εικόνα» του Πιερ Ρεβερντύ.[19] Ήταν πεισμένος ότι η λογοτεχνία εκκινεί από την πραγματικότητα, αλλά δικαιώνεται χάρη στη νοητική σύλληψη και τη δύναμη του δημιουργού να την περιγράψει.[20] Αυτή την αισθητική στάση υποστήριξε μαζί με τον Δημήτρη Π. Παπαδίτσα στο περιοδικό τους Πρώτη Ύλη (1959-1961).[21] Το 1959 κυκλοφόρησε, επίσης, η συλλογή σύντομων αφηγημάτων του με τίτλο Η κρύπτη ενώ, μετά από σιωπή δεκατεσσάρων ετών ακολούθησαν Το βάραθρο (1963), Οι αγελάδες (1963), Ο φιλόξενος καρδινάλιος (1986), Η προετοιμασία (1991) και Τρεις δεκάρες (2006).[22]
Παρά την πίστη του στην αρχή «καμία ημέρα χωρίς γραμμή» (nulla dies sine linea), ο Γονατάς απείχε για αρκετά χρόνια από το γράψιμο γιατί έπρεπε να εργαστεί. Μετά το πτυχίο της Νομικής άνοιξε δικηγορικό γραφείο στην οδό Αχαρνών μαζί με έναν φίλο του αριστερό, Μακρονησιώτη. Ο ίδιος έγραφε μόνο τις προτάσεις και δεν εμφανιζόταν στο δικαστήριο. Αργότερα, εγκατέλειψε το ελεύθερο επάγγελμα και εργάστηκε ως έμμισθος νομικός σύμβουλος στην Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών-Πειραιώς (ΗΕΑΠ)[23]. Σε αυτό το εργασιακό περιβάλλον, το οποίο απεχθανόταν, ερχόταν καθημερινά αντιμέτωπος με τις σκληρές αλήθειες που κρύβονταν πίσω από την ανοικοδόμηση μιας σπαραγμένης χώρας. Όταν η εταιρεία ενσωματώθηκε στη ΔΕΗ, το 1986, ο Ε.Χ. Γονατάς συνταξιοδοτήθηκε. Ήταν εξήντα χρονών κι είχε πλέον ελεύθερο χρόνο για να γράψει. Πολύ γρήγορα εξέδωσε το κορυφαίο του έργο, Ο φιλόξενος καρδινάλιος, αποδεικνύοντας ότι η αποχώρησή του από την εργασία ήταν η «γέννηση» του ώριμου συγγραφικού του εαυτού. Είχαν, βέβαια, μεσολαβήσει είκοσι τρία χρόνια σιωπής μετά Το βάραθρο και τις Αγελάδες (1963). Ο Γονατάς δεν ήταν αδρανής αλλά έπρεπε να βιοποριστεί και ήταν επίσης ακραία τελειομανής. Παρ’ όλα αυτά, όταν δεν έγραφε δικά του κείμενα, μετέφραζε ή επιμελείτο εκδόσεις για το έργο των πρόωρα χαμένων φίλων του (Γιώργου Μακρή και Γιώργου Κοτζιούλα). Το 1994 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης για την Επιλογή από τις Voces του Αντόνιο Πόρτσια. Έχει ακόμα μεταφράσει έργα των Ιβάν Γκολ, Γουσταύου Φλομπέρ, Γκέοργκ Kρίστοφ Λίχτενμπεργκ, Πιερ Μπεττενκούρ, κ.ά. Την περίοδο που άρχισε πάλι να γράφει δικά του κείμενα, συνήθιζε να κατεβαίνει τα μεσημέρια του Σαββάτου από την Κηφισιά στο τυπογραφείο των εκδόσεων Στιγμή του Αιμίλιου Καλιακάτσου, όπου τύπωσε όλα τα βιβλία του. Οι θάνατοι των φίλων του Αλέξη Ακριθάκη[24], Παναγιώτη Κονδύλη, Μίλτου Σαχτούρη τού στοίχισαν πολύ.[25] Ο Ε.Χ. Γονατάς έφυγε από τη ζωή στις 25 Μαρτίου του 2006 σε ηλικία 82 ετών. Προς το τέλος του βιβλίου, η Φ. Αμπατζοπούλου προσθέτει ένα μέρος με αναλυτικά σημειώματα, τα οποία βρήκα εξαιρετικά διαφωτιστικά ως προς τα πρόσωπα, τις ιδιαίτερες ιστορίες τους και τη σχέση τους με τη λογοτεχνία, ανεξάρτητα από τον δεσμό τους με τον Γονατά. Το «Ε. Χ. Γονατάς: Μικρές και παράξενες ιστορίες» είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, ένα ανεκτίμητο έργο για τα ελληνικά γράμματα. Πρόκειται για μια ποιητική και αριστοτεχνική πραγματεία, συνθετική, πρωτότυπη, σχεδόν ανατρεπτική, καθώς καταφέρνει να φωτίσει τη ζωή του δημιουργού, να αναλύσει το έργο του και να συγκινήσει τον αναγνώστη, αποφεύγοντας το στεγνό ακαδημαϊκό ύφος. Συνιστά μια πράξη βαθιάς πνευματικής δικαιοσύνης και ανάδειξης αυτής της σπάνιας περίπτωσης λογοτέχνη, τον οποίο οι νεότεροι, διαβάζοντας το βιβλίο, ευελπιστούμε να λατρέψουν.
Σημειώσεις
[1] Ο Γονατάς αγαπούσε πολύ την τυπογραφία, τα λεξικά, τις διαφορετικές μεταφράσεις έργων που κρατούσε στην ενημερωμένη βιβλιοθήκη του ή στο προσκεφάλι του.
[2] Ό.π. σελ. 286-292, η συγγραφέας αναφέρεται διεξοδικά στην έκδοση των Γραπτών του Γ. Μακρή από τον Γονατά αλλά και στη ζωή του αυτόχειρα ποιητή.
[3] Ποιητής των Σιγανή φωτιά (1938), Όταν ήμουν με τον Άρη (1965), Θέατρο στα βουνά (1976). Ο Κοτζιούλας έστελνε τα γράμματά του στον Γονατά στη διεύθυνση του δικηγορικού του γραφείου στην Αθήνα (κοντά στην οδό Αχαρνών, όπου ο Γονατάς περνούσε τις ώρες του βιοπορισμού του) και ήταν πνευματική όαση για τον δημιουργό. Ο Γονατάς, ως ένδειξη απόλυτου σεβασμού και φιλίας, συγκέντρωσε αυτά τα γράμματα και τα εξέδωσε το 1980 με τίτλο Ανέκδοτα γράμματα (Εκδόσεις Κείμενα), διασώζοντας μια σπουδαία πτυχή της νεοελληνικής λογοτεχνικής ιστορίας. Το 1980 κυκλοφόρησε η αλληλογραφία του με τον Ε.Χ. Γονατά με τίτλο: Ανέκδοτα γράμματα από τις εκδόσεις Κείμενα.
[4] Ό.π. σελ. 83 και σελ. 161.
[5] Ό.π. σελ. 156. Ο Καχτίτσης ζούσε στον Καναδά και είχαν μια πυκνή αλληλογραφία εν είδει άσκησης, εκμυστήρευσης, χωρίς να γνωριστούν ποτέ διά ζώσης. Η αλληλογραφία τους κράτησε έως και τον θάνατο του Καχτίση το 1970. Σώζονται 129 γράμματα και κάρτες του Καχτίτση και 110 του Γονατά που συμποσούνται σε περίπου 1.500 χειρόγραφες σελίδες. Εκτενής αναφορά στην αλληλογραφία τους στις σελ. 276-281.
[6] Ό.π. σελ. 203.
[7] Μαρίνα, Τίγρη, Λίζα, η Καιτούλα και ο Βέρν. Γάτες και σκυλάκια που είχε ο Γονατάς.
[8] Ό.π. σελ. 87.
[9] Ό.π. σελ. 92.
[10] Ό.π. 88 και 91. Πρόκειται για την τελευταία συλλογή του έργου του φιλόσοφου της ύστατης αρχαιότητας στην οποία υποστηρίζει ότι η σχέση μεταξύ ψυχής και νου είναι μια σχέση δυναμικής εξάρτησης, ιεραρχίας και συνεχούς επικοινωνίας.
[11] Από το 1945 έως και το 1959 που κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Η κρύπτη, ο Γονατάς δεν εξέδιδε.
[12] Ό.π. σελ. 58.
[13] Ό.π. σελ. 11-12.
[14] Ό.π. σελ. 142-143.
[15] Ό.π. σελ. 72-73.
[16] Ό.π. σελ. 154.
[17] «Ένας στοχαστής χωρίς ρολόι» συνέντευξη στη Μικέλα Χαρτουλάρη, εφημ. Τα Νέα, 4.6.1994.
[18] Στη σελ. 105 του βιβλίου παρατίθεται η ανέκδοτη επιστολή του Ιβάν Γκολ προς τον Νικόλαο Κάλας (25 Νοεμβρίου 1940).
[19] Στη σελ. 109 κείμενό του Ρεβερντύ για την «εικόνα» σε δική της κατά λέξη μετάφραση.
[20] Ό.π. σελ. 111-112.
[21] Εκτενής αναφορά στις σελ. 113-121.
[22] Όλα τα έργα του Ε.Χ. Γονατά εκδόθηκαν από τις εκδόσεις Στιγμή του Αιμίλιου Καλιακάτσου.
[23] Αν και απεχθανόταν τη νομική ρουτίνα, ο Γονατάς υπήρξε άριστος και σχολαστικός επαγγελματίας. Συνέτασσε τις νομικές γνωμοδοτήσεις για την Ηλεκτρική Εταιρεία με την ίδια ακριβώς αρχιτεκτονική δομή, ακρίβεια και οικονομία λέξεων που χρησιμοποιούσε και στα διηγήματά του.
[24] Ο Ακριθάκης σχεδίαζε για τα βιβλία του Γονατά. Μεταξύ αυτών Η προετοιμασία (1991) , σχέδια στις Αγελάδες, Ο φιλόξενος καρδινάλιος, Τρείς δεκάρες και άλλα αφηγήματα.
[25] Ό.π. σελ. 203.
Η Ελένη Γουρνέλου είναι απόφοιτος του Τμ. Ευρωπαϊκού Πολιτισμού & Κοινωνική Ανθρωπολόγος. Εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου κι έχει συνεργαστεί ως παραγωγός με ραδιοφωνικούς σταθμούς.
