Τα πρώτα ποιήματα του Σίμικ δημοσιεύθηκαν το 1959, όταν ήταν είκοσι ενός ετών. Η πρώτη του συλλογή, What the Grass Says, εκδόθηκε τον επόμενο χρόνο. Έκτοτε εξέδωσε περισσότερα από εξήντα βιβλία ποίησης στις ΗΠΑ και στο εξωτερικό, καθώς και πολλές συλλογές δοκιμίων και πλήθος μεταφράσεων γαλλικής, σερβικής, κροατικής και σλοβενικής ποίησης.
Ο Σίμικ θεωρείται, και δικαίως, ένας από τους πιο σημαντικούς και πρωτότυπους ποιητές της μεταπολεμικής αμερικανικής ποίησης. Εκτός από το Πούλιτζερ και το International Griffin Poetry Prize, απέσπασε πολλά άλλα βραβεία, όπως το Frost Medal (2011) για τη «συνολική του προσφορά στα γράμματα», το Wallace Stevens Award (2007), το οποίο απονέμει η Ακαδημία Αμερικανών Ποιητών, και το Zbigniew Herbert International Literary Award (2014). Υπήρξε για χρόνια υπεύθυνος ποίησης του Paris Review. Δίδαξε Αμερικανική Λογοτεχνία και Δημιουργική Γραφή στο Πανεπιστήμιο του Νιου Χάμσιρ από το 1973 ως τη συνταξιοδότησή του.
Τα ποιήματά του, γραμμένα σε καθαρή και ανεπιτήδευτη γλώσσα, ξεχωρίζουν για το στοχαστικό βάθος, την ιδιοφυή σκηνογραφία και τη λεπτή ειρωνεία τους, εξού και πολλοί κριτικοί τα έχουν χαρακτηρίσει «σουρεαλιστικά» και «καφκικά». Τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται ποικίλλουν – από τα πιο καθημερινά και τετριμμένα ως τα πιο οδυνηρά και τραγικά, που πολύ συχνά σχετίζονται με την προσωπική του εμπειρία ως μετανάστη που έμαθε να γράφει ποίηση σε γλώσσα που δεν ήταν η μητρική του.
Η συλλογή αυτή είναι η τελευταία που εξέδωσε. Κυκλοφόρησε έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του. Πολλά από τα ποιήματά της έχουν, όπως είναι φυσικό, για θέμα τους τον θάνατο, όπως, μεταξύ άλλων, το ποίημα «Ο άνεμος πέθανε», το τελευταίο μάλλον που έγραψε ο ποιητής. Οι στίχοι με τους οποίους κλείνει αποτελούν, με μια μικρή παραλλαγή, και τον τίτλο της: «Μικρό μου καράβι,/ Να προσέχεις./ Δεν υπάρχει/ Στεριά στον ορίζοντα».