Jane Goodall
Η δρ. Τζέιν Γκούντολ (1934-2025), πρωτευοντολόγος και ανθρωπολόγος, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες ακτιβίστριες του 20ού αιώνα για την προστασία της φύσης και Αγγελιοφόρος Ειρήνης του ΟΗΕ. Μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής της στα 91 της χρόνια, ταξίδευε 300 ημέρες τον χρόνο σε όλο τον κόσμο, για να υπηρετήσει τον στόχο της: Ήθελε να εμπνεύσει τα παιδιά και τους νέους ανθρώπους για να γίνουν οι ίδιοι ηγέτες αλλαγής ώστε στα θέματα κοινωνικής δράσης, περιβάλλοντος και ζωοφιλίας να διαμορφώσουν τα ίδια το σκηνικό για τις επόμενες δεκαετίες.
Το 2016 ήρθε στην Ελλάδα για μια τριήμερη επίσκεψη που διοργανώθηκε από τις Εκδόσεις Πατάκη, το Jane Goodall Institute, το Roots & Shoots Greece, το Megaron Plus, το British Council και το ACS Athens. Στις 15 Δεκεμβρίου 2016, σε μια κατάμεστη αίθουσα 1.000 θέσεων στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών έδωσε διάλεξη με τίτλο «Λόγοι για να ελπίζουμε, ένα απόγευμα με τη δρα Τζέιν Γκούντολ, DBE».
Η Τζέιν Γκούντολ γεννήθηκε το 1934 στο Λονδίνο και μεγάλωσε στο Μπόρνμουθ, στις νότιες ακτές της Αγγλίας. Η αγάπη της για τα ζώα γεννήθηκε όταν ήταν μικρό παιδί. Στα 23 της χρόνια, χωρίς ειδική πανεπιστημιακή μόρφωση, με ελάχιστες οικονομίες, ταξίδεψε στην Αφρική. Εκεί γνώρισε τον περίφημο ανθρωπολόγο δρα Λούις Λίκεϊ, που έγινε μέντοράς της και την ενθάρρυνε να μελετήσει τη συμπεριφορά των χιμπαντζήδων στο φυσικό τους περιβάλλον. Το 1960 έφτασε στην Τανζανία, στο σημερινό Εθνικό Πάρκο του Γκόμπε, και ξεκίνησε την έρευνα που την καθιέρωσε ως έναν από τους σημαντικότερους επιστήμονες στον κόσμο. Πέντε χρόνια αργότερα πήρε διδακτορικό στην Ηθολογία από το Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ.
Οι ανακαλύψεις της Βρετανίδας πρωτευοντολόγου έφεραν επανάσταση στην επιστήμη και στην κοινωνία, με την ίδρυση του Ινστιτούτου Jane Goodall και της παγκόσμιας περιβαλλοντικής και ανθρωπιστικής οργάνωσης Roots and Shoots, που απευθύνεται σε παιδιά και εφήβους.
Σε συνέντευξή της στο περιοδικό Κ της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ διαβάζουμε:
Η ζωή της Γκούντολ δεν θα ήταν ποτέ πια ίδια από τη στιγμή που βρέθηκε, ολομόναχη, μέσα στο δάσος, παρατηρώντας με τα κιάλια της τους χιμπαντζήδες. «Ήταν ό,τι πιο μαγικό έχω δει στη ζωή μου. Υπήρχαν και λιοντάρια και ρινόκεροι και καμηλοπαρδάλεις – όλα τα ζώα ήταν εκεί!» Μια μέρα, είδε έναν αρσενικό χιμπαντζή (Ντέιβιντ τον… βάφτισε στη συνέχεια) να κοντοστέκεται πάνω από μια φωλιά τερμιτών, να παίρνει ένα κλαράκι, να το καθαρίζει από τα φύλλα του, να το λυγίζει και να το χρησιμοποιεί για να βγάλει την αγαπημένη του «λιχουδιά» από τη φωλιά. «Είδα, δηλαδή, ένα πλάσμα –που δεν ήταν άνθρωπος– όχι απλώς να χρησιμοποιεί ένα εργαλείο, αλλά και να το φτιάχνει. Μέχρι τότε η ικανότητα χρήσης εργαλείων ήταν κάτι που διαφοροποιούσε τους ανθρώπους από τα ζώα».
Η ανακοίνωση των παρατηρήσεών της προκάλεσε σεισμό. Το 1961, όταν τη δέχτηκαν στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ (όπου έκανε το διδακτορικό της στην Ηθολογία), της είπαν ότι δεν ήταν σωστό να μιλάει για τους χιμπαντζήδες σαν να έχουν προσωπικότητα και νου –ικανό να σκέφτεται– ή σαν να έχουν συναισθήματα. Υπήρχε μια ευδιάκριτη γραμμή που χώριζε «εμάς» από «αυτά». «Όμως από τότε που εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο μου, το “Στη σκιά του ανθρώπου”, ολοένα και περισσότεροι επιστήμονες άρχισαν να σκέφτονται διαφορετικά» λέει η ίδια. «Σήμερα κανείς δεν το αμφισβητεί: οι χιμπαντζήδες είναι οι πιο κοντινοί συγγενείς μας, το 98,6% του DNA μας είναι κοινό. Έχουμε ομοιότητες στις χειρονομίες (αγκαλιάζονται, φιλιούνται), στη συμπεριφορά (μαθαίνουν την πειθαρχία, αναπτύσσουν κοινωνική ζωή, τα θηλυκά γίνονται καλές ή κακές μητέρες) αλλά και στα συναισθήματα (νιώθουν πόνο, φόβο, θλίψη, χαρά). Επίσης, έχουν κι αυτοί, όπως κι εμείς οι άνθρωποι, μια σκοτεινή πλευρά: εχθροπραξίες, αντιζηλίες και αντιπαλότητες. Και συχνά εξαπατούν ο ένας τον άλλο για να πετύχουν αυτό που θέλουν. Αυτό που μας διαφοροποιεί μοιάζει να είναι μόνο η γλώσσα…»
Πηγή: http://www.kathimerini.gr/883861/article/proswpa/synentey3eis/h-jane-goodall-sto-k-never-give-up