Θα περίμενε κανείς πως ο Κοσμοναύτης του Σπύρου Γιαννακόπουλου είναι μια ιστορία για τα αστέρια. Για πλανήτες μακρινούς και όντα μυστήρια, για ταξιδευτές του διαστήματος, ήρωες με όπλα υπερσύγχρονα, για μάχες με λέιζερ και στο φόντο μαύρες τρύπες και σουπερνόβα. Κι όμως, αυτή τελικά είναι η ιστορία ενός ορυχείου, κρυμμένου βαθιά στα έγκατα της γης. Θα εξηγήσω.
Ο ήρωάς μας ζει σαν φυλακισμένος, σε μια φυλακή που μοιάζει περισσότερο με τράπεζα, σε ένα κελί που μοιάζει περισσότερο με γραφείο. Εκεί εκτίει την ποινή του καθημερινά, απ’ τις 8 το πρωί ως τις 4 το απόγευμα, με μια κούπα καφέ νες και μια στοίβα από έγγραφα για δάνεια που πρέπει να εγκριθούν ή να απορριφθούν. Έπειτα γυρίζει στο δυάρι του στην Κυψέλη, βγάζει βιαστικά τα καστόρινα παπούτσια του, το παντελόνι και το πουκάμισό του και φοράει τις φόρμες του, τυλίγεται με την καρό κουβέρτα του και βυθίζεται σε βιβλία και ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Παράλληλα συνομιλεί με τον Εξωγήινο, ένα πλαστικό αγαλματάκι τοποθετημένο σε ένα ράφι, του οποίου η φωνή αντηχεί στα αυτιά του ήρωα πότε ειρωνική και περιπαικτική και πότε βασανιστικά ειλικρινής. Αυτή είναι η ζωή του Μάνου Γρηγορίου.
Τα πράγματα αλλάζουν για τον Μάνο όταν πέφτει στα χέρια του το πρώτο τεύχος ενός νέου περιοδικού αφιερωμένου στην επιστημονική φαντασία με τίτλο Κοσμοδρόμιο. Ξεφυλλίζοντάς το, ανακαλύπτει ένα κάλεσμα από τους συντάκτες του περιοδικού προς επίδοξους νέους συγγραφείς, τα κείμενα των οποίων μπορούν να φιλοξενηθούν στα τεύχη του Κοσμοδρομίου. Ο ήρωάς μας, λοιπόν, αποφασίζει να ανατρέξει σε διηγήματα που έγραφε στα παιδικά του χρόνια, να επιλέξει ένα από αυτά, να το επιμεληθεί και το στείλει στο περιοδικό.
Για την απολαυστικά ανατρεπτική πλοκή του Κοσμοναύτη και τη συγγραφική εξέλιξη του Σπύρου Γιαννακόπουλου, που τον οδήγησε σε ένα Κρατικό Βραβείο για αυτό του το μυθιστόρημα, έχουν ήδη γράψει εξαιρετικά ο Μάνος Κοντολέων στο Διάστιχο, η Ελευθερία Ράπτου στην Book Press και ο Μάνος Βασιλείου-Αρώνης στο Smassing Culture. Γράφω το κείμενο αυτό για να καταθέσω τη δική μου ανάγνωση του βιβλίου και γιατί θεωρώ πως αφορά όχι μόνο το νεανικό κοινό και τους λάτρεις της επιστημονικής φαντασίας, αλλά ολόκληρη τη γενιά μου.
Οι σημερινοί 30ρηδες και 40ρηδες ανήκουμε στη γενιά που από νωρίς πείστηκε πως αξίζει να αφήσει κανείς στην άκρη εκείνα που τον χαρακτηρίζουν, που τον ενδιαφέρουν, που τον απασχολούν και να έχει μονάχα έναν στόχο στη ζωή: την ασφάλεια. Την ασφάλεια εκείνη που τελικά δεν αφορούσε τόσο εμάς, όσο τον ανήσυχο γονιό, τον ανήσυχο φίλο, τον ανήσυχο σύντροφο. Κυρίως τον γονιό. Κανείς όμως δεν μας προειδόποιησε πόσο στοιχίζει αυτή η ασφάλεια. Πόσες ώρες θα περάσουμε καθισμένοι σε ένα γραφείο, που ίσως είναι μικρό, ίσως μεγάλο, σίγουρα πάντως αφιλόξενο. Πόσες φορές θα γυρίσουμε στο σπίτι ανακουφισμένοι που η δουλειά μας τελείωσε, νιώθωντας μια εξάντληση απελπιστική κι έπειτα τύψεις, καθώς σε ένα γραφείο καθόμασταν όλη μέρα, δεν σκάβαμε κιόλας. Η καρό κουβέρτα του Μάνου, ο καναπές, οι ταινίες και τα βιβλία είναι τα μόνα στηρίγματά του σε αυτή τη ρουτίνα. Για τον καθένα και την καθεμία από εμάς είναι κάτι διαφορετικό, το μόνο σίγουρο πάντως είναι πως όλοι μας έχουμε ανάγκη να νιώσουμε ασφαλείς από την ασφάλεια.
Είναι, λοιπόν, η συγγραφή για τον ήρωά μας ακόμη ένας τρόπος να ξεφύγει από την καθημερινότητα; Ναι και όχι. Η συγγραφή για τον Μάνο μοιάζει περισσότερο σαν το μέταλλο από το οποίο είναι φτιαγμένος ο πυρήνας του. Αν στην παιδική ηλικία το μέταλλο αυτό είναι παντού γύρω μας, προσβάσιμο, ευλύγιστο, αστραφτερό, όσο βυθιζόμαστε στη ρουτίνα μιας πραγματικότητας που μας είναι αδιάφορη, τότε το μέταλλο υπάρχει πλέον μονάχα σε ένα ορυχείο βαθιά στα έγκατα του εαυτού μας, περιορισμένο, άκαμπτο και σκουριασμένο, σκεπασμένο από τόνους χαμένων ωρών, ασφαλές και δυσπρόσιτο. Όχι όμως και απρόσιτο. Και ο Εξωγήινος το ξέρει. Αυτό μας λέει ο Κοσμοναύτης.
Ο Μάνος Κουνενός είναι επικοινωνιολόγος και μεταφραστής.
