Η «Γέννα» (Εκδόσεις Πατάκη, 2023) είναι το πρώτο βιβλίο του Θοδωρή Τσομίδη. Ο ίδιος είναι μεταφραστής έργων του Κάφκα, του Όσκαρ Ουάιλντ, του Αλβέρτου Σβάιτσερ, του Έντμουντ Μορέλ κ.ά. Πρόσφατα βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα που, τελικά, δεν δέχτηκε αφού ευχαρίστησε θερμά τα μέλη της επιτροπής για τον χρόνο που αφιέρωσαν στο έργο του[1]. Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1994 και διδάσκει Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Νομική Σχολή του Λάιντεν της Ολλανδίας.
Το μυθιστόρημα (προϊδεάζει περισσότερο ως νουβέλα) του Θ. Τσομίδη ξεκινά με μια αποτυχημένη γέννα που εκτυλίσσεται σε τρεις αφηγηματικές εποχές που απέχουν μεταξύ τους μερικές δεκαετίες. Η κεντρική ιστορία διαδραματίζεται στο Παρίσι της δεκαετίας του 1920 όπου ο αφηγητής του, ο Έζρα, συναντά και ερωτεύεται παράφορα μια νεαρή πόρνη, τη Σελέστε[2]. Αν και δεν μαθαίνουμε πολλά για το παρελθόν των δυο νέων, πολύ σύντομα, καταλαβαίνουμε ότι η ιστορία της αποτυχημένες γέννας λειτουργεί ως κατάρα ή/ και ως αμαρτία που είναι αδύνατον να καθαγιαστεί/ημερέψει ακόμα και στις πιο ευτυχισμένες στιγμές των ηρώων του. «Το πένθος είναι πάντοτε μια πράξη τέλεια» θα ομολογήσει ο αφηγητής[3] και ως τέλεια πράξη μεταμφιέζεται, παραπλανά, επαναλαμβάνεται.
«Γεννήθηκα εννιά μήνες αφού θάψαν το μωρό. (…) Ίσως οι γονείς μου σμίξανε το πρώτο κιόλας βράδυ που φύγανε οι γιατροί. Το υγρό χώμα κάτω απ’ τα νύχια του πατέρα. Ίσως το χώμα αυτό να έσπειρε τη μήτρα που με γέννησε»[4]. και «Μετά γεννήθηκα. Γεννήθηκα εκείνο τον Νοέμβριο. Ο πατέρας μου γονάτισε μπροστά στην εικόνα που είχαν φέρει μαζί τους οι πρόγονοί μας φεύγοντας για να γλιτώσουν απ’ την καταστροφή. Κανείς μας δεν τον είχε δει ποτέ να γονατίζει»[5].
Ο έρωτάς του Έζρα και της Σελέστε ακροβατεί διαρκώς ανάμεσα στην ηδονή και την οδύνη, τη βία και την τρυφερότητα. Συγχέεται ανάμεσα στον οίστρο της ζωής και τον φόβο του θανάτου[6].
«Προτού σμίξουμε, η Σελέστε καθόταν γυμνή απέναντί μου. Οι γλουτοί της ακουμπούσαν απαλά στα μεταξωτά σεντόνια, ελαφρώς ανυψωμένοι ανάμεσα στα λυγισμένα και στραμμένα προς τα έξω πόδια της. Διάλεγε σκόπιμα αυτή τη στάση ώστε να μου επιτρέπει να παρατηρώ το αιδοίο της. Θυμόμουν αμυδρά πώς της το είχα ζητήσει, ήδη την πρώτη μας βραδιά. Ήταν μια συμφωνία που ξεπερνούσε τη σφαίρα του ερωτικού παιχνιδιού ή της ιδιοτροπίας. […][7] Έζησα μήνες ολόκληρους παραδομένος στην ερωτική μας παραζάλη, μέσα στην όμορφη προγλωσσική φλυαρία που δημιουργούσε τις συνθήκες του οριστικού μας χαμού»[8].
Η γέννα είναι πηγή χαράς αλλά και λύπης εν τη γενέσει της γιατί συνδέεται τόσο με τη ζωή όσο και με τον θάνατο. Όταν η Σελέστε μένει έγκυος, ο Έζρα αντί για τη χαρά φοράει, πάλι, το πένθος και την απώλεια. Ο έρωτας γίνεται πόλεμος, μίσος, αποξένωση. Η σχέση τους δηλητηριάζεται από την ενοχή και από τον χρόνο ενώ, την ίδια ώρα, η σκιά του πολέμου απλώνεται στην Ευρώπη και γεννά νέα, αλλόκοτα και σκοτεινά μονοπάτια στον ανθρώπινο ψυχισμό των δυο νέων.
«Προσπαθούσα να τιθασεύσω τα φρικτά προαισθήματα που αναδεύονταν μέσα μου, να τα προλάβω πριν αποκτήσουν οριστική μορφή»[9]. «Είχα ανάγκη να της μιλήσω για όσα φοβόμουν, μα δεν είχα δικαίωμα να μολύνω τη χαρά της μητρότητας με τους εφιάλτες μου […] […] «Η Σελέστε όμως έστεκε απόρθητη και μακρινή, κλεισμένη σε ένα ανεξήγητο, εχθρικό, υπόγειο πένθος, μέσα στο οποίο κανείς δεν μπορούσε να διεισδύσει»[10].
Η γραφή του Τσομίδη είναι λυρική και τελετουργική, όπως και οι πράξεις των ηρώων του. Πέρα, όμως, από τις λέξεις-σύμβολα, πέρα από τις αρχέτυπες μορφές των εραστών που συνδέονται με πράξεις του παρελθόντος (χρόνος), ο συγγραφέας εντάσσει στην ατμόσφαιρα της αφήγησής και τους τόπους. Από τη μια το ξέφρενο Παρίσι, απαρχή του παράφορου έρωτα των δυο νέων, και από την άλλη, η αιώνια Πόλη (Ρώμη), όπου η ζωή είναι πάντα σε άνθηση[11]. Εκεί, ο Έζρα με τη Σελέστε θα ζήσουν μαζί με τα φαντάσματα της ρομαντικής ποίησης, τη μυθολογία και την αισθητική. Θα διασχίζουν τους δρόμους κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, θα μαντέψουν τις ζωές των άλλων ζευγαριών που περνούν δίπλα τους, θα φλυαρήσουν με παιδικό ενθουσιασμό, θα επισκεφθούν τα μουσεία και θα σταθούν αντίκρυ στα αγάλματα. Ο Πλούτωνας, η Περσεφόνη κι ο Απόλλων που κυνηγά τη Δάφνη. «Η γλυπτική» όπως λέει ο Έζρα «είναι η πιο αδικημένη τέχνη. Η πιο επίπονη, η πιο χρονοβόρα, και ωστόσο απαιτεί από τον θεατή λιγότερο χρόνο από ό,τι η ανάγνωση ενός βιβλίου, η παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης ή ενός κονσέρτου»[12].
Ο συγγραφέας επιλέγει τη πρωτοπρόσωπη αφήγηση για την ιστορία του που, μαζί με τη λυρικότητα και την εμμονή στο πένθος και τον έρωτα καλύπτει ένα κοινό μυστικό που, τουλάχιστον, οι ποιητές γνωρίζουν από την αρχή. Ότι δηλαδή τα πάντα μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή κι ότι οι άνθρωποι, παρά τα σημάδια, παρά τα υπόγεια ρεύματα και τις εσωτερικές φωνές των συναισθημάτων τους, προχωρούν ερήμην τους.
Σημειώσεις:
[1] Το ίδιο είχε συμβεί όταν είχε συμπεριληφθεί στη βραχεία λίστα των βραβείων του περιοδικού «Ο Αναγνώστης». Όπως τονίζει, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη γραφή «δεν συνάδει με βραβεύσεις, επαίνους, τιμές», καθώς τα βραβεία υπηρετούν, κατά την άποψή του, μια λογική ιεράρχησης και ανταγωνισμού που ταιριάζει περισσότερο στον αθλητισμό παρά στη λογοτεχνία. Ειδικά τα βραβεία πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων τα χαρακτηρίζει «πρόωρα» (ολόκληρη η επιστολή του συγγραφέα φιλοξενείται στη Lifo, 13.2.2026, και πραγματικά εντυπωσιάστηκα από τους άξιους λόγους που επικαλείται για τη μη αποδοχή του βραβείου).
[2] Τα ονόματα των ηρώων που διαλέγει ο συγγραφέας ενδεχομένως να εμπεριέχουν βαθύτερες σημασίες και συμβολισμούς που δεν αποκαλύπτονται στο έργο.
[3] Σελ.15.
[4] Σελ. 9.
[5] Σελ. 13.
[6] Αναφορά στο ποίημα του Α. Εμπειρίκου «Εις την οδόν των Φιλελλήνων».
[7] Σελ.31.
[8] Σελ.39.
[9] Σελ.77.
[10] Σε.78.
[11] Σελ.62.
[12] Σελ. 63, σκέψεις του Έζρα για τη γλυπτική.
Η Ελένη Γουρνέλου είναι απόφοιτος του Τμήματος Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και κοινωνική ανθρωπολόγος. Εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου κι έχει συνεργαστεί ως παραγωγός με ραδιοφωνικούς σταθμούς.
