20 · 07 · 2026
Πέντε γυναίκες, ένας αιώνας, μια Ιστορία
Γράφει η Ελίτα Φώκιαλη

 

 

Κριτική για το βιβλίο «Την ψυχή ψηλά: Πέντε γυναίκες που μου δίδαξαν την αντίσταση στον φασισμό, στον αυταρχισμό και στον σοβινιστή μέσα μου» του Γιάνη Βαρουφάκη

 
 

Πέντε γυναίκες, ένας αιώνας, μια Ιστορία

 

«Στην αρχή ήταν το Χάος. Η Ύπαρξη ξεκίνησε με τη Γαία, τη Μητέρα Γη. Στη συνέχεια ήρθε ο Ουρανός, ο απέραντος μπλε ουρανός πάνω από τα σύννεφα. Αυτοί οι δυο γέννησαν τα ψηλά Βουνά και τον Πόντο, την απέραντη θάλασσα. Μην ξεγελιέσαι από την ομορφιά τους, γιε μου, γιατί ποτέ δεν νίκησαν πλήρως την Ανυπαρξία. Το Χάος ακόμα ζει μέσα μας, παλεύοντας να καταλάβει την ψυχή μας, απειλώντας να πάρει το πάνω χέρι στις πιο σκοτεινές μας στιγμές. Και όταν τελειώσει η ζωή σου, εσύ, όπως εγώ, όπως όλοι, θα επιστρέψουμε στο Χάος. Το ερώτημα είναι: Τι θα καταφέρεις μέχρι τότε, παρά το κενό μέσα σου; Άσε με λοιπόν να σου πω την ιστορία του…» (σ. 247)

Με τη Θεογονία του Ησίοδου ξεκινούν οι ιστορίες που διηγείται τα βράδια η Τρισεύγενη στον εγγονό της, στο υπνοδωμάτιο που μοιράζονται, στο σπίτι της οδού Ναϊάδων. Παραμύθια με λυρικές περιγραφές αλλά και ωμές συγκρούσεις θα μυήσουν τον συγγραφέα στη γοητεία του υπαρξισμού, στην ανθρωπολογία της βίας και των πολιτικών αναταράξεων, ακόμη και στις γεωλογικές διεργασίες που διαμορφώνουν το ανάγλυφο της Γης. Λίγο αργότερα θα βουτήξει στον Ροβινσόνα Κρούσο (στον ίδιο φθαρμένο τόμο που τριάντα χρόνια νωρίτερα διάβαζε ο παππούς στον πατέρα του) παρακάμπτοντας τον «κανόνα» που είχε επιλέξει για εκείνον η μητέρα του: ένα λογοτεχνικό σύμπαν που εκτεινόταν από τον Φιοντόρ Ντοστογέφσκι και την Πηνελόπη Δέλτα έως τον Μαρκ Τουέιν και τον Μενέλαο Λουντέμη.

Η λογοτεχνία ως πύλη εισόδου στους κόσμους των άλλων αποτελεί οργανικό στοιχείο της ταυτότητας ενός έργου στον λογοτεχνικό ιστό του οποίου υφαίνεται περίτεχνα ένας ολόκληρος αιώνας Ιστορίας. Οι αναγνωστικές διαδρομές των ηρώων υπερβαίνουν τα όρια του χρόνου γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα σε γενιές και σε ανθρώπους που κάποτε δεν πρόλαβαν καν να γνωριστούν. Σε μια χώρα αρχικά άγνωστη για τον συγγραφέα, η Άννα, που ο ίδιος δεν συνάντησε ποτέ, εισάγει τον γιο της στις Περσικές επιστολές του Μοντεσκιέ και στον Καντίντ του Βολταίρου. Του διαβάζει ιστορίες αγάπης και μοναξιάς από το Επταήμερο της Μαργκερίτ ντε Ναβάρ, του μιλά για το Περιμένοντας τους βαρβάρους του Κωνσταντίνου Καβάφη και εφιστά την προσοχή του στη συγκλονιστική εναρκτήρια φράση του Κοινωνικού συμβολαίου με την οποία ο Ζαν-Ζακ Ρουσσό συμπυκνώνει μια αντίφαση που διαπερνά τη σύγχρονη κοινωνία – τη δική του και τη δική μας: «όλοι γεννιόμαστε ελεύθεροι, αλλά όπου κι αν κοιτάξει κανείς οι άνθρωποι ζουν αλυσοδεμένοι» (σ. 112).

Όμως η λογοτεχνία δεν αφορά μόνο την προσωπική συγκρότηση του υποκειμένου, αλλά ανοίγεται ταυτόχρονα σε έναν χώρο συλλογικού στοχασμού και δράσης. Έτσι, στις συναντήσεις της Αιγυπτιακής Φεμινιστικής Ένωσης, οι γυναίκες συζητούν χαμένα ποιήματα και μυθιστορήματα ντόπιων συγγραφέων, αλλά και εμβληματικά πολιτικά κείμενα, όπως το Μια δικαίωση των δικαιωμάτων της γυναίκας της Μέρυ Γουόλστονκραφτ και το Κεφάλαιο του Μαρξ. Το λογοτεχνικό και θεωρητικό αυτό σύμπαν πλαισιώνει τη ριζοσπαστική φεμινιστική και αντιαποικιακή δράση της Άννας, αναδεικνύοντας την ανάγνωση σε πράξη πολιτικής χειραφέτησης.

Άλλοτε, πάλι, η εμπειρία της ανάγνωσης συνδέεται με την ανακάλυψη και την ανασύνθεση των θραυσμάτων της αλήθειας, αλλά και με την αποκατάσταση της ατομικής και της συλλογικής μνήμης. Η Νεκρή μεραρχία του Κωνσταντίνου Παπακωνσταντίνου (καπετάν Μπελά), ένα έργο που ο συγγραφέας χαρακτηρίζει ως την ελληνική απάντηση στο Πόλεμος και ειρήνη του Τολστόι, ξεκλειδώνει μια από τις πιο επώδυνες πτυχές της ιστορίας της Γεωργίας, αποκαλύπτοντας το πώς έμεινε χήρα και κατέληξε να ζήσει μια ολόκληρη ζωή αιχμάλωτη ενός εθνικόφρονα χωροφύλακα, για τον οποίο η άσκηση ακραίας βία αποτελούσε σχεδόν αυτονόητο δικαίωμα. «Η αφήγηση του Μπελά σε αρπάζει από τον λαιμό και σε σέρνει» γράφει ο Γιάνης Βαρουφάκης, «ενώ εσύ κλοτσάς και φωνάζεις πως δεν αντέχεις άλλο, σε μια σχεδόν κινηματογραφική πανδαισία κωμωδίας, δράματος, αντίστασης, προδοσίας, ηλιθιότητας, ευφυΐας, σκληρότητας, καλοσύνης, μαζί με πολιτικές αναλύσεις που μόνο ένας διανοούμενος, αν και αγράμματος, επιζών μιας πραγματικής ανθρώπινης τραγωδίας μπορεί να μεταδώσει» (σ. 389).

Κι όταν ο συγγραφέας περνά από τον ρόλο του αναγνώστη –και κάποτε του ερευνητή– στην πλευρά του δημιουργού, η διαφορετική ματιά της Δανάης στο χειρόγραφό του του αποκαλύπτει πόσο δύσκολο είναι για έναν αφηγητή να μείνει έξω από την ίδια του την αφήγηση. Παράλληλα λειτουργεί ως «αντανάκλαση της άγριας ομορφιάς των διαφορετικών οπτικών από τις οποίες μπορούν να ιδωθούν κοινές εμπειρίες, μια υπενθύμιση ότι δεν υπάρχουν δύο καρδιές που, παλλόμενες, να αναπαράγουν με πανομοιότυπο τρόπο την ίδια ιστορία» (σ. 530).

Η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος και το θέατρο, η μουσική, η Αΐντα του Βέρντι, η Σονάτα του σεληνόφωτος του Μπετόβεν, τα αγαπημένα κομμάτια της Άννας, οι εικαστικές συνθέσεις Breathe, Το ποτάμι της ζωής και CUT-7 Διαχωριστικές γραμμές της Δανάης Στράτου, διαπλέκονται δημιουργικά με την πολιτική ανάλυση, την επιστήμη και τη φιλοσοφία, μέσα από την αφοπλιστική γραφή και το βαθιά προσωπικό ύφος του συγγραφέα. Η τέχνη ως πολιτική έκφραση αλλά και ως αυτοσκοπός διατρέχει αδιάλειπτα την αφήγηση, καθώς η διακειμενικότητα τη συνδέει με τις συναισθηματικά φορτισμένες κοινές μας εμπειρίες και συνυφαίνει οργανικά την Ιστορία με τη λογοτεχνία, χωρίς ποτέ η μία να επισκιάζει την άλλη.

 

Πέντε ιστορίες στον ανεμοστρόβιλο της Ιστορίας

Με την πεποίθηση ότι οι περισσότεροι άνθρωποι («όχι η Δανάη!») «είμαστε μια προσαρμογή, μια προέκταση, μια παραλλαγή των ανθρώπων που ήρθαν πριν από εμάς, που μας ανάθρεψαν και στη σκιά των οποίων μεγαλώσαμε» (σ. 447), ο συγγραφέας ακολουθεί τις διαδρομές πέντε γυναικών που διαμόρφωσαν την ταυτότητα και την πορεία του. Παρά τις μεγάλες διαφορές τους, τις ηρωίδες του ενώνει μια σπάνια αρετή: «η απροθυμία να αφήσουν τις προσωπικές τους δυσκολίες να τις εκτρέψουν από τον δρόμο της μέγιστης αντίστασης, τον δρόμο κατά μήκος του οποίου αναβλύζει η ελπίδα για έναν κόσμο που δεν εμπνέει αισιοδοξία» (σ. 531). Κοινός παρονομαστής των επιλογών τους είναι η άρνηση να συμβιβαστούν με τη βία, τον αυταρχισμό, τον φασισμό σε κάθε του εκδοχή και, τελικά, με το ίδιο το σύστημα που τους γεννά. Και είναι αυτή ακριβώς η στάση που διαμορφώνει και το βλέμμα του συγγραφέα απέναντι στην Ιστορία.

Στο επίκεντρο του βιβλίου δεν βρίσκονται τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτά εγγράφονται στις ανθρώπινες ζωές. Το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στα τραύματα και στις αξίες, στις προθέσεις, στις διαψεύσεις και στις επιβεβαιώσεις, αλλά και σε όσα χάθηκαν ή αποσιωπήθηκαν. Έτσι, η μεγάλη ιστορία συγκροτείται μέσα από τις μικροϊστορίες και ταυτόχρονα αποδομείται, καθώς ξηλώνεται μέχρι τα νήματα από τα οποία έχει υφανθεί, αποκαλύπτοντας την πρώτη ύλη της. Η αφήγηση αρθρώνεται ως ο εσωτερικός μονόλογος ενός συλλογικού υποκειμένου που καταμετρά τα ιστορικά και προσωπικά τραύματα ενός τόπου και μιας εποχής. Πάνω απ’ όλα, όμως, αποτελεί μια βαθιά σπουδή στον φεμινισμό, ως έναν τρόπο ανάγνωσης της Ιστορίας, της εξουσίας και της ανθρώπινης εμπειρίας.

«Το ασχημάτιστο Εγώ, από την πρώτη στιγμή, χρειάζεται ένα Εσύ, μια ετερότητα, για να μπορέσει να σχηματιστεί» γράφει η Φωτεινή Τσαλίκογλου (Το Βήμα, 15/1/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, το πρώτο Εσύ είναι η Ελένη, η μητέρα με τη μεταξένια δύναμη και το διαφορετικό είδος θάρρους. Η ιστορία της Υπατίας γίνεται η ψυχική της ασπίδα απέναντι στη στάση των φοιτητών του Χημικού, στα γεμάτα αρνητισμό και απέχθεια λόγια του κοσμήτορα και στη συμπεριφορά των καθηγητών που «την περνούσαν με πενταράκι, μόνο αν η επίδοσή της ήταν για άριστα, μακράν καλύτερη από εκείνη των αγοριών» (σ.74). Όμως καθώς δεν υπάρχει ασπίδα ικανή να προστατεύσει τη μνήμη από το τραύμα, αδυνατεί να γελάσει με το Monty Python and the Holy Grail, γιατί μία από τις σκηνές του της θυμίζει ντοκιμαντέρ των όσων έζησε τα πρωινά στις αρχές του 1942, «τότε που τα κάρα περνούσαν έξω από τα σπίτια τους μαζεύοντας τις σορούς όσων είχαν πεθάνει κατά τη διάρκεια της νύχτας» (σ. 50).

Χωρίς να επιτρέπει στις αντιφάσεις να διαταράξουν την ηθική της ισορροπία, η Ελένη κατορθώνει να αγαπά και ταυτόχρονα να απορρίπτει τον αδελφό της, να θαυμάζει την ακεραιότητά του χωρίς να συγχωρεί τη σοβινιστική του αλαζονεία. Αναγνωρίζει ότι η βία μπορεί να στραφεί εναντίον όσων δεν διστάζουν να τη χρησιμοποιήσουν, ωστόσο αρνείται να τη νομιμοποιήσει ως τρόπο ύπαρξης. Αντίθετα, με τη στάση και τον λόγο της επαναπροσανατολίζει την «ηθική πυξίδα» του γιου της, απομακρύνοντάς τον από τη λατρεία της ωμής ισχύος και μυώντας τον σε μια διαφορετική, πιο ήπια εκδοχή της δύναμης που πηγάζει από την ηθική ακεραιότητα και όχι από την επιβολή.

Μια γενιά νωρίτερα, στο Κάιρο, οι προσπάθειες μιας άλλης μητέρας να ενσταλάξει στον γιο της τις αρχές της αυτοδιάθεσης και της ελευθερίας αποδίδουν καρπούς. Αλλά και πέρα από τα όρια της οικογένειάς της, η Άννα γίνεται σημείο αναφοράς για έναν ευρύτερο κύκλο ανθρώπων, καθώς η δράση της υπερβαίνει το ατομικό και αποκτά συλλογική απήχηση. Η φεμινιστική ομάδα της πρωτοστατεί στον αγώνα ενάντια στην αποικιοκρατία και τη φασιστική έξαρση που εξαπλώνεται στην Ευρώπη: από τις κινητοποιήσεις των λιμενεργατών της Αλεξάνδρειας, με στόχο να εμποδίσουν τη φόρτωση πλοίων με προορισμό τα ισπανικά λιμάνια που ελέγχονται από τους φασίστες, έως την οργάνωση απεργιών των εργατών κλωστοϋφαντουργίας στο Κάιρο, τη δημιουργία άτυπων δικτύων υγειονομικής περίθαλψης και τη διάδοση της λογοτεχνίας των Αιγύπτιων προοδευτικών συγγραφέων. «Σαγιέντα Άννα, πρόσεχε!» της ψιθυρίζει με ανησυχία μια μέρα ο Αχμέτ, ο θυρωρός της πολυκατοικίας της, και εκείνη δακρύζει, αντιλαμβανόμενη το βάρος αυτής της προσφώνησης, που παραπέμπει στο Santa ή στο Saint.

Μέσα από τη συλλογική δράση, η Άννα αντιλαμβάνεται ότι ο αυθεντικός φεμινισμός δεν εξαντλείται στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων των γυναικών, αλλά προϋποθέτει την ταξική αλληλεγγύη προς τους μη προνομιούχους, καθώς και την αναγνώριση ότι οι γυναίκες δεν βιώνουν όλες την πατριαρχία με τους ίδιους όρους. Πρόκειται για έναν φεμινισμό βαθιά πολιτικό που δεν υποτιμά ποτέ τις μη προνομιούχες γυναίκες της περιφέρειας, ούτε μετατρέπεται σε μηχανισμό διατήρησης των προνομίων των ισχυρών, αλλά στρέφεται απέναντι στους μηχανισμούς εξουσίας που αναπαράγουν τις κοινωνικές και ταξικές ανισότητες.

Παρά τις τεράστιες διαφορές στις ρίζες, την παιδεία και την κοινωνική τους θέση, η Τρισεύγενη και η Άννα συγκλίνουν σε έναν κοινό τρόπο θέασης του κόσμου. Και οι δύο περιορίζονται όχι τόσο από τους φιλελεύθερους, «υπό όρους», συζύγους τους, όσο από ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, όπου οι γυναίκες (αλλά και οι άνδρες που αποκλίνουν από τα κυρίαρχα πρότυπα) βρίσκονται σε υποδεέστερη θέση. Παρόλο που έμαθε να διαβάζει και να γράφει μόλις μετά τα εξήντα της, η Πελοποννήσια αγρότισσα που βρέθηκε από τη Ροδοδάφνη στο αστικό περιβάλλον διαθέτει μια σχεδόν αρχέτυπη σοφία, μια σπάνια, διακριτική καλοσύνη και εντυπωσιακές διπλωματικές δεξιότητες. Έχει ακόμη μια έμφυτη τάση να αναζητά την αρμονία στον κόσμο γύρω της και, κυρίως, να απορρίπτει κάθε μορφή ευνοιοκρατίας που θεμελιώνεται στο DNA. Με αυτές τις αρχές και με πολλή αγάπη, υποδέχεται και μεγαλώνει τον εγγονό της, ανυποψίαστη για τη μεταστροφή του γιου της σε αντάρτη των πόλεων.

Η περίπτωση της Γεωργίας είναι διαφορετική. Μπορεί να απεχθάνεται τη βία και να αντιστέκεται στον δεύτερο σύζυγό της, τον Καπνιά, γνωρίζει όμως ότι ο «φιλελεύθερος» φεμινισμός οδηγείται σε αδιέξοδο. Κατανοεί πως καμία απελευθέρωση δεν μπορεί να προέλθει από «βόμβες εξ ουρανού» και πως δεν είναι δυνατόν ένοπλοι άνδρες, οι ίδιοι φορείς της οπλισμένης πατριαρχίας, να απελευθερώσουν τις γυναίκες από την ανδρική καταπίεση. Όμως όπως οι υπόλοιπες ηρωίδες του βιβλίου, αντιλαμβάνεται ότι, όταν τα θεμέλια της κοσμοθεωρίας μας καταρρέουν υπό το βάρος της βίας, οι γυναίκες τείνουν να αναζητούν το σφάλμα μέσα τους, ενώ οι άνδρες στρέφονται προς την εξουσία, επιχειρώντας να αποκαταστήσουν την ισορροπία ενός κόσμου που θεωρούν δικό τους.

Κλείνοντας τον κύκλο των γυναικών που διαμόρφωσαν την ταυτότητα και τη σκέψη του, ο συγγραφέας παραθέτει την ιστορία της Δανάης πλάι σε εκείνες της Ελένης, της Άννας, της Τρισεύγενης και της Γεωργίας. Η προνομιούχα κόρη, «αντιφρονούσα, πρόθυμη να πεθάνει παρά να καταλήξει συμβιβασμένη», διατεθειμένη να προδώσει την κοινωνική της τάξη και άρα να αποτελέσει «πολύ ιδιαίτερη απειλή για την κατεστημένη αταξία», γίνεται ο τελευταίος κρίκος αυτής της διαγενεακής αλυσίδας. Μέσα από τη δική της ιστορία, ο Γιάνης Βαρουφάκης ολοκληρώνει την αφήγησή του για «μια εποχή που έστρωσε το έδαφος στις σημερινές αντιξοότητες, προοπτικές και προσδοκίες» (σ. 529).

Καθηλωτικό, ευαίσθητο και πολυδιάστατο σε όλα τα επίπεδα, από το μορφολογικό και το ειδολογικό έως και το διακειμενικό και θεματικό, το κείμενο ξεδιπλώνει την ιστορία ενός αιώνα που εκτείνεται από το 1924 μέχρι τις μέρες μας. Πιάνοντας το νήμα από την Αίγυπτο της δεκαετίας του 1920, περνά στην Κατοχή, την Αντίσταση, τον Εμφύλιο πόλεμο, τα Πέτρινα Χρόνια, τη Μεταπολίτευση και τη Χρεοκοπία με άξονα τις πέντε γυναίκες που διαμόρφωσαν τον συγγραφέα. Ωστόσο πίσω από τις αφηγηματικές διαδρομές διακρίνεται ένας βαθύτερος στοχασμός πάνω στη μνήμη, την ανάγκη του ανθρώπου να δώσει νόημα στην εμπειρία του και τη δύναμη της αφήγησης.

Μέσα σε έναν όλο και πιο σύνθετο και δυσερμήνευτο κόσμο, το Χάος, όπως έλεγε η Τρισεύγενη, ζει μέσα μας, σπρώχνοντας για μια θέση στην ψυχή μας, απειλώντας να κερδίσει το πάνω χέρι στις πιο σκοτεινές μας στιγμές. Όμως το μαγικό με τη γραφή είναι ότι κάποτε μας παίρνει από το χέρι και ανοίγει δρόμους σε ένα ευρύ, ακαθόριστο σύμπαν δυνατοτήτων, ελευθερίας, ευθύνης και επιλογών. Με έναν παράδοξο τρόπο, η αφήγηση δεν αντανακλά απλώς την πραγματικότητα, αλλά τη συγκροτεί, οργανώνει τα γεγονότα, αποδίδει αιτίες και νοήματα και μετατρέπει τον βιωμένο χρόνο σε ιστορίες και σε Ιστορία.

Με το βλέμμα στραμμένο στο παρόν, ο συγγραφέας εννοεί, υπονοεί, αμφισβητεί, αφυπνίζει, θυμάται. Ξυπνά μνήμες εκούσια αποσπασματικές, ορθολογικά αλλά και συναισθηματικά διαποτισμένες από τις κοινές μας εμπειρίες, που παλινδρομούν διαρκώς ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Επιχειρώντας όχι απλώς να ανασυστήσει το παρελθόν, αλλά να αναμετρηθεί με τις αφηγήσεις που το συγκροτούν, μετατρέπει την αφήγηση σε πεδίο κατανόησης και επανανοηματοδότησης, ικανό να μας απελευθερώσει από μια μοιρολατρική ανάγνωση της Ιστορίας και να επαναφέρει στο προσκήνιο τις δυνατότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν τόσο για τα υποκείμενά της όσο και για τους αναγνώστες της.

Και όσο η Ιστορία παραμένει ανοιχτή στον αναστοχασμό και την επανερμηνεία της, άλλο τόσο παραμένει ανοιχτό και το μέλλον.

 

Η Ελίτα Φώκιαλη είναι Δρ. ΕΚΠΑ, με ειδίκευση στη Διαμεσική Αφήγηση

Γιάνης Βαρουφάκης
ΣΧΕΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Βαρουφάκης, Γιάνης

Ο Γιάνης Βαρουφάκης γεννήθηκε το 1961 στην Αθήνα. Σπούδασε μαθηματικά και οικονοµικά στη Βρετανία και δίδαξε στα πανεπιστήµια Έσσεξ, Ιστ Άνγκλια, Γλασκόβης, Κέµπριτζ, Σύδνεϋ και Τέξας.

[ + ]
Σχετικά βιβλία
Την ψυχή ψηλά: Πέντε γυναίκες που μου δίδαξαν την αντίσταση στον φασισμό, στον αυταρχισμό και στον σοβινιστή μέσα μου
NEO
Γιάνης Βαρουφάκης

Την ψυχή ψηλά: Πέντε γυναίκες που μου δίδαξαν την αντίσταση στον φασισμό, στον αυταρχισμό και στον σοβινιστή μέσα μου

[ + ]
Διαβάστε επίσης
Πέντε γυναίκες, ένας αιώνας, μια Ιστορία
20 · 07 · 2026

Πέντε γυναίκες, ένας αιώνας, μια Ιστορία

[ + ]
Ο Δημήτρης Νανόπουλος, διακεκριμένος θεωρητικός φυσικός και ακαδημαϊκός, παρουσίασε το νέο του βιβλίο «Ο κβαντικός μύθος του Σίσυφου».
17 · 07 · 2026

Ο Δημήτρης Νανόπουλος, διακεκριμένος θεωρητικός φυσικός και ακαδημαϊκός, παρουσίασε το νέο του βιβλίο «Ο κβαντικός μύθος του Σίσυφου».

[ + ]
Οδύσσεια: Ένα ταξίδι γυρισμού που κράτησε δέκα χρόνια, κι ύστερα μια αιωνιότητα
09 · 07 · 2026

Οδύσσεια: Ένα ταξίδι γυρισμού που κράτησε δέκα χρόνια, κι ύστερα μια αιωνιότητα

[ + ]
Ένα απόγευμα με τον Ίαν ΜακΓιούαν στην Οξφόρδη τον Δεκέμβριο του 2001
29 · 06 · 2026

Ένα απόγευμα με τον Ίαν ΜακΓιούαν στην Οξφόρδη τον Δεκέμβριο του 2001

[ + ]
Οι Εκδόσεις Πατάκη στο 5ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων
19 · 06 · 2026

Οι Εκδόσεις Πατάκη στο 5ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων

[ + ]
Οι Εκδόσεις Πατάκη στην 38η Έκθεση Βιβλίου στο Πασαλιμάνι
18 · 06 · 2026

Οι Εκδόσεις Πατάκη στην 38η Έκθεση Βιβλίου στο Πασαλιμάνι

[ + ]