08 · 09 · 2026
«Μητέρες και γιοι»: Η αέναη σύνδεση και η επιστροφή στις ρίζες
Γράφει η Ελένη Γουρνέλου
«Μητέρες και γιοι»: Η αέναη σύνδεση και η επιστροφή στις ρίζες

Μαλαματένια λόγια στο μαντίλι,

τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές.

Τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι

σού μάθαινε το αύριο και το χθες.

Μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη

με του καιρού δεμένες τις κλωστές.

Μάνος Ελευθερίου

 

«Όταν ήμουν παιδί, πίστευα ότι θα πέθαινα πριν από τη μητέρα μου, σύμφωνα με την αρχή ότι το δέντρο ζει περισσότερο από τον καρπό του».[1] Με αυτή τη φράση ξεκινά το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα  «Μητέρες και γιοι»  του  Θοδωρή Καλλιφατίδη  (Εκδόσεις Πατάκη, 2025). [2]

Η «Αφετηρία» αντί προλόγου είναι οι ρίζες του συγγραφέα. Ρίζες είναι οι γονείς του που λειτουργούν ως γέφυρες σύνδεσης με το παρελθόν του αλλά και ως παρακαταθήκη της συνέχειάς του. Από τη μια ο πατέρας –παιδί ξεριζωμένο από τον Πόντο και την Κωνσταντινούπολη, δάσκαλος, αγωνιστής της ζωής, διωκόμενος για τις ιδέες του– αφηγείται στα κείμενα που έγραψε προς χάρη του γιου το οδοιπορικό της ζωής του. Από την άλλη η μητέρα με τις προφορικές αφηγήσεις, τις διορθώσεις και τις εκλάμψεις της συμπληρώνει το πάζλ των αναμνήσεων της κοινής ζωής τους με τον δικό της, μοναδικό τρόπο. Ο πρώτος είναι η πυξίδα· η δεύτερη είναι η μνήμη και η ζωντανή σύνδεση. «Ο πατέρας μου με έκανε άνθρωπο και η μητέρα μου συγγραφέα»[3] θα εξομολογηθεί με περηφάνια ο Θοδωρής Καλλιφατίδης.

Η διαδρομή από τη Στοκχόλμη –την πόλη όπου ζει με την οικογένειά του– προς την Αθήνα φέρνει σκέψεις, ερωτήματα, ενίοτε ερμηνείες αλλά και συγκίνηση[4]. Μια νοερή κουβέντα των τριών τους σε ένα αεροδρόμιο, λίγο πριν από το ταξίδι-αστραπή στην Ελλάδα –ανάμεσα στα ημερολόγια του πατέρα, τη φωνή της μητέρας και τις συναντήσεις με τους απανταχού Έλληνες ταξιδιώτες– ζωντανεύει η ελληνική ιστορία του περασμένου αιώνα, οιονεί παρούσα. Μπορεί, άραγε, ένα ταξίδι να συμπτύξει μια ολόκληρη ζωή –μια ολόκληρη πατριδογνωσία– στις σελίδες ενός βιβλίου; Για τον Καλλιφατίδη, η απάντηση είναι αναμφίβολα ναι, αφού το γράψιμο είναι γι’ αυτόν μια δεύτερη, παράλληλη ζωή.[5] Μια εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να σταματά, να θυμάται και να βαθαίνει γράφοντας όσο είναι ζωντανός.

Επιστροφή στου Γκύζη[6], στην παλιά του γειτονιά, τη γειτονιά της λήθης του, όπως την ονομάζει. Είναι ο τόπος όπου το 1946 εγκαταστάθηκαν οι γονείς του, ερχόμενοι από τους Μολάους Λακωνίας, και εκεί όπου ο συγγραφέας έζησε τα νεανικά του χρόνια πριν φύγει μετανάστης στη Σουηδία[7]. Αυτή τη φορά, θα μείνει μόλις μια εβδομάδα, με το βουβό ερώτημα μιας επόμενης συνάντησης να τον βαραίνει. Ο πατέρας έχει, ήδη, πεθάνει[8], η μητέρα είναι 92 ετών, ο αδερφός 74 και ο Θοδωρής 68. Η στιγμή φαντάζει κατάλληλη για να γράψει για τη μητέρα του, η οποία, όπως εξομολογείται, είναι η πραγματική του πατρίδα·[9] Αυτό, ωστόσο, είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο, αφού η «μητέρα είναι εδώ και είναι ζωντανή!» [10]

Και αυτή τη φορά, όπως και τις προηγούμενες, η τελετουργία της υποδοχής δεν έχει αλλάξει. Η μητέρα στέκεται στο κατώφλι της πόρτας, ανοίγει την αγκαλιά της στο «καμάρι» της[11], παίρνει τη βαλίτσα από τα χέρια του, σφουγγίζει τα δάκρυά της, πιάνεται από μια κουβέντα του, αναγνωρίζει τον «μυστικό τους κώδικα» και λάμπει. Αν υπάρχει κάτι που φωτίζει τη στιγμή είναι αυτή η μοναδική επικοινωνία γιου και μητέρας. Ανιδιοτελής, έμπλεος τρυφεράδας, γλυκύτητας, απαλότητας και… «συνωμοτικού χαμόγελου».

«Καλώς το παιδί μου το μικρό, που είναι στην ξενιτιά, και τηλεφωνάει στη μαμά, που είναι πια γριά»[12]. Τα είπε όλα! Και όλα πέρασαν από μπροστά τους, αυτοστιγμεί. Τα τηλέφωνα του Σαββατοκύριακου, η ξενιτιά, τα χρόνια, η έλλειψη, η νοσταλγία, το παράπονο, η στήριξη του μεγαλύτερου αδελφού που μένει στην Ελλάδα, η παιδική ηλικία και κάπου εκεί κοντά και ο πατέρας. Τα τσίνορα βλεφαρίζουν, τα χείλη και η μύτη σουφρώνουν. Να το πάλι, εκείνο το γνωστό βλέμμα που λέει «εγώ σ’ έχω γεννήσει, σε ξέρω απέξω κι ανακατωτά», για ν’ απαντήσει κι εκείνος νοερά με τη σειρά του «Τελικά δεν είναι παράξενο που δεν έχω δει αυτή την έκφραση σε κανέναν άλλο. Μόνο μια μάνα έχω»[13].

Στην Ελλάδα, όταν ο γιος έρχεται για λίγες μέρες στο πατρικό του, η σχέση μάνας και γιου, συνήθως, αποθεώνεται. Πόσο μάλλον όταν αυτός ο γιος μένει εδώ και πολλά χρόνια σε μια ξένη χώρα, στον κρύο Βορρά, με διαφορετικά ήθη και έθιμα, παντρεμένος με μια ξένη γυναίκα. Από τη μια, η ξενιτιά βιώνεται και για τους δύο με πόνο και νοσταλγία, αναπάντητα «αν» και ενοχές[14]. Κι από την άλλη, αυξάνει την ανάγκη για επικοινωνία, φροντίδα και εκμυστήρευση· μεταμορφώνει τον χρόνο, λύνει τη γλώσσα.

Η σύνδεση με τη μητέρα αντανακλά αναπόφευκτα τη σύνδεσή του με τον χώρο. Περπατώντας ξανά στους δρόμους της παλιάς του γειτονιάς, η περιήγησή του μετατρέπεται σε ένα οδοιπορικό γεμάτο ζωντανές μνήμες, όπου κάθε γωνιά κουβαλά κι ένα κομμάτι των νεανικών του χρόνων. Κι όμως, καθώς την περπατά, συνειδητοποιεί πως όλα γύρω του έχουν αλλάξει· ο χρόνος έχει αφήσει το δικό του, ανεξίτηλο σημάδι. Οι πλατείες παραμένουν ορθάνοιχτες, οι φιλίες με ερωτηματικό, τα σπίτια άλλαξαν, δεν κατοικούνται από τους ίδιους ανθρώπους, ο έρωτας χάθηκε στους δρόμους, όλα εγκολπωμένα στην ίδια αυταπάτη. Η μνήμη κάνει πάντα του κεφαλιού της[15]… Το ίδιο και τα ερωτήματα. Ο Καλλιφατίδης κινείται στα όρια της αυτομυθοπλασίας, ανασυνθέτοντας την πραγματικότητα με ό,τι έμεινε μισό και αναπάντητο. Πού να σκορπίζει, άραγε, ο άνθρωπος; Πώς έφτασε ως εδώ; Ο τόπος μάς προδίδει ύπουλα και μας ανασυντάσσει χωρίς την άδειά μας.

Αντικριστά τώρα, μητέρα και γιος κάθονται στο μπαλκονάκι πίνοντας έναν «νεαρό καφέ»[16]. Γύρω τους η πόλη βυθισμένη στον λήθαργο του μεσημεριού. Αυτή είναι η Ελλάδα και αυτή είναι η στιγμή που προσδίδει στον χώρο και τον χρόνο την ουσιαστική τους σημασία: Οικειότητα, θαλπωρή, γνώση, χαρά αλλά και μια αδιόρατη λύπη. Ένας «Αναχωρητής» για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας «Ερχόμενος». [17]

Η προετοιμασία του φαγητού δεν είναι μια απλή διαδικασία. Η κουζίνα της μητέρας έχει ξεδιάλεγμα, ιεροτελεστία, διήγηση, λογοπαίγνια, έχει γεύση, αλλά και πλύσιμο πιάτων. Το τελευταίο, αν και είναι απαγορευτικό για τον γιο μιας Ελληνίδας μάνας, στη Σουηδία θεωρείται απολύτως φυσιολογικό[18]. Ένα ακόμα παράδειγμα υπαρξιακής αμηχανίας για τον συγγραφέα, ο οποίος σε όλη την ενήλικη ζωή του διχάζεται ανάμεσα στις δύο του ταυτότητες, βιώνοντας τη μοίρα του αιώνιου ξένου: ξένος σε μια χώρα που η γλώσσα δεν είναι η μητρική του αλλά και εν μέρει ξένος στην ίδια του την πατρίδα όπου, πλέον, όλα έχουν αλλάξει[19]. Μια εσωτερική σύγκρουση που αποτυπώνεται στον ίδιο τον πυρήνα της γραφής του Καλλιφατίδη, αφού ακόμα και τώρα που γράφει για τη μητέρα του και που οι διάλογοί τους ξεπηδούν μέσα από τη μητρική του γλώσσα, εκείνος επιλέγει να γράψει πρώτα στα σουηδικά. [20]

Οι μέρες στην Αθήνα περνούν πάντα γρήγορα· το ταξίδι κάποτε φτάνει στο τέλος του, το ίδιο και το βιβλίο για τη μητέρα. Ο συγγραφέας, με έναν καθηλωτικό συνειρμικό τρόπο, μας ταξίδεψε παντού: στην ιστορία, στη μυθολογία –την οποία αγαπά ιδιαίτερα και εμπλέκει συχνά στα έργα του–, στη μουσική, στο φαγητό της μητέρας, στη γειτονιά, στη φιλία, στον έρωτα αλλά και στον ίδιο του τον αναστοχασμό (παραφράζοντας, μπορεί και αναστεναγμό). Μαζί του κεραστήκαμε έναν «νεαρό καφέ», καθισμένοι στο μπαλκονάκι της κας Αντωνίας, έχοντας εξασφαλίσει, εκ προοιμίου, προνομιακή θέα στη γειτονιά των νεανικών του χρόνων και αναποδογυρίζοντας την κούπα με ένα «συνωμοτικό χαμόγελο» που κλείνει μέσα του όλη τη γλυκύτητα και τη μελαγχολία της επιστροφής στη γη του.

————————————————————————————

ΥΓ: Το κείμενό μου γράφτηκε κατά το ταξίδι της επιστροφής μου από τη Στοκχόλμη στην Αθήνα, αφού πρώτα επικοινώνησα με τον συγγραφέα, χωρίς ωστόσο να καταφέρουμε να συναντηθούμε από κοντά λόγω της απουσίας του. Είχε προηγηθεί μια άλλη συνάντησή μας πριν από χρόνια στο θρυλικό καφέ Rival, το «δημόσιο γραφείο» του Θοδωρή Καλλιφατίδη στην πλατεία Mariatorget· εκεί όπου, μαζί με παραδοσιακά σουηδικά γλυκίσματα, είχα τη χαρά να μοιραστεί μαζί μου τις σκέψεις του για το βιβλίο που είχε τότε στα σκαριά, την Πολιορκία της Τροίας (Εκδόσεις Πατάκη, 2018). Τον ευχαριστώ θερμά!

Σημειώσεις
[1] Σελ. 7.
[2] 1η έκδοση από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2007.
[3] Σελ. 11.
[4] Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης, γεννημένος το 1938 στους Μολάους Λακωνίας, σπούδασε στη δραματική σχολή του Καρόλου Κουν στην Αθήνα, πριν μεταναστεύσει το 1964 στη Σουηδία. Εκεί σπούδασε Φιλοσοφία, δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης και αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους και πιο πολυμεταφρασμένους σύγχρονους δημιουργούς των σκανδιναβικών γραμμάτων.
[5] Από συνέντευξη στη Lifo στον Γιάννη Πανταζόπουλο.
[6] «ο ποταμός της λήθης μου», σελ. 65.
[7] Ο συγγραφέας Θοδωρής Καλλιφατίδης έχει μεταναστεύσει στη Σουηδία από την ηλικία των 26 ετών, παντρεμένος με παιδιά και εγγόνια. Σήμερα, χαίρει ιδιαίτερης τιμής.
[8] Έχουν προηγηθεί δυο βιβλία για τον πατέρα του αφού έφυγε από τη ζωή.
[9] Σελ. 33-34.
[10] Σελ. 9.
[11] Κανείς άλλος δεν τον λέει έτσι. Δε λέγεται αυτή η λέξη στη Σουηδία.
[12] Σελ. 8.
[13] Σελ. 51.
[14] Σελ. 98.
[15] Φράση του συγγραφέα.
[16] Σελ. 176.
[17] Οδυσσέας Ελύτης, «Μυρίσαι το άριστον», Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 514-515.
[18] Σελ. 55.
[19] Είναι πολύ χαρακτηριστικό το επεισόδιο που ο συγγραφέας περιγράφει στο αεροδρόμια της Κοπεγχάγης στη σελ. 30-31 αλλά και κατά την παραμονή του στη συνοικία του Γκύζη σελ. 122-123.
[20] Σελ. 39.

 

Η Ελένη Γουρνέλου είναι απόφοιτος του Τμ. Ευρωπαϊκού Πολιτισμού & κοινωνική ανθρωπολόγος. Εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου κι έχει συνεργαστεί ως παραγωγός με ραδιοφωνικούς σταθμούς.

Θοδωρής Καλλιφατίδης
ΣΧΕΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Καλλιφατίδης, Θοδωρής

Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης γεννήθηκε στους Μολάους Λακωνίας το 1938. Γιος δασκάλου από τον Πόντο, ήρθε στην Αθήνα το 1946.

[ + ]
Σχετικά βιβλία
Μητέρες και γιοι (νέα έκδοση)
Θοδωρής Καλλιφατίδης

Μητέρες και γιοι (νέα έκδοση)

[ + ]
Μητέρες και γιοι (νέα έκδοση) (e-book / epub)
eBook
Θοδωρής Καλλιφατίδης

Μητέρες και γιοι (νέα έκδοση) (e-book / epub)

[ + ]
Διαβάστε επίσης
«Μητέρες και γιοι»: Η αέναη σύνδεση και η επιστροφή στις ρίζες
08 · 09 · 2026

«Μητέρες και γιοι»: Η αέναη σύνδεση και η επιστροφή στις ρίζες

[ + ]
Ελληνικά έντομα στο Μπουένος Άιρες
03 · 09 · 2026

Ελληνικά έντομα στο Μπουένος Άιρες

[ + ]
Οι Εκδόσεις Πατάκη στο 54ο Φεστιβάλ Βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως από 4 έως 20 Σεπτεμβρίου 2026
02 · 09 · 2026

Οι Εκδόσεις Πατάκη στο 54ο Φεστιβάλ Βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως από 4 έως 20 Σεπτεμβρίου 2026

[ + ]
Τα βιβλία με γρίφους αγαπούν τα παιδιά
02 · 09 · 2026

Τα βιβλία με γρίφους αγαπούν τα παιδιά

[ + ]
Πώς να είμαι ΕΓΩ: Τρεις στόχοι για τη νέα σχολική χρονιά
28 · 08 · 2026

Πώς να είμαι ΕΓΩ: Τρεις στόχοι για τη νέα σχολική χρονιά

[ + ]
Εκεί όπου η θάλασσα θυμάται… – Σκέψεις μιας φιλολόγου με αφορμή τη «Λυσιάνα» του Γιώργου Χατζόπουλου
03 · 08 · 2026

Εκεί όπου η θάλασσα θυμάται… – Σκέψεις μιας φιλολόγου με αφορμή τη «Λυσιάνα» του Γιώργου Χατζόπουλου

[ + ]