27 · 10 · 2026
Μπορεί ο πολιτισμός και οι σχέσεις όπως τις γνωρίζουμε να επιπλεύσουν πάνω από τα ερείπια ενός βυθισμένου κόσμου;
Γράφει η Ελένη Γουρνέλου
Μπορεί ο πολιτισμός και οι σχέσεις όπως τις γνωρίζουμε να επιπλεύσουν πάνω από τα ερείπια ενός βυθισμένου κόσμου;

Στο «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Πατάκη, 2026), ο Ian McEwan δημιουργεί έναν κόσμο που δεν έχει ακριβώς τελειώσει, αλλά δεν είναι πλέον ο ίδιος όπως τον γνωρίζαμε. Το πρώτο μέρος της ιστορίας εκτυλίσσεται στα νησιά του βρετανικού αρχιπελάγους, σε μια δυστοπική εποχή (2119), όπου μια πυρηνική έκρηξη έχει αναδιαμορφώσει τον πλανήτη. Τεράστιες εκτάσεις γης βρίσκονται κάτω από το νερό, η χλωρίδα και η πανίδα έχουν συρρικνωθεί, ενώ η πρόσβαση στις πληροφορίες και την τεχνολογία είναι δυσχερής. Σε πολλά μέρη του κόσμου οι πολιτικές δομές έχουν καταρρεύσει και ο κίνδυνος αποτελεί καθημερινή πρόκληση. Παρ’ όλα αυτά, οι επιζώντες του πλανήτη κινούνται σαν να μην έχει συμβεί τίποτα συγκλονιστικό. Ο πολιτισμός φαίνεται να επιπλέει ακόμα, μαζί με ό,τι έχει απομείνει στους ανθρώπους που εξακολουθούν να διαβάζουν ποίηση, να περιφέρονται σε δείπνα κρατώντας νωχελικά ένα ποτήρι κρασί και να χρησιμοποιούν μια παλιά γλώσσα γεμάτη κώδικες, μελαγχολία και βρετανική αυτοσυγκράτηση. Με αυτά τα υλικά, ο συγγραφέας διαμορφώνει σταδιακά την εξιστόρηση του βιβλίου, χωρίς να δίνει έτοιμες εξηγήσεις στους αναγνώστες, αλλά αφήνοντάς τους να μαντεύουν. Μέγα χάρισμα!

Μπορεί ο πολιτισμός και οι σχέσεις όπως τις γνωρίζουμε να επιπλεύσουν πάνω από τα ερείπια ενός βυθισμένου κόσμου;

Το κυνήγι ενός «άπιαστου» ποιήματος

Στο επίκεντρο του μυθιστορήματος βρίσκεται ο Τομ Μέτκαλφ, ένας λογοτεχνικός μελετητής που έχει εμμονή με ένα χαμένο έργο: ένα «άπιαστο» ποίημα που εκφωνήθηκε από τον ποιητή Φράνσις Μπλάντι –ισάξιο σε φήμη με τον Σέιμους Χίνι[1]– έναν αιώνα πριν (2014), σε ένα δείπνο για λίγους προς τιμήν της συζύγου του Βίβιαν, όταν εκείνη έκλεινε τα 54 της χρόνια. Έκτοτε, το ποίημα με τίτλο «Μια κορόνα για τη Βίβιαν» δε βρέθηκε ποτέ σε γραπτή μορφή και κανείς δε θυμάται σε τι ακριβώς αναφερόταν. Ο Μέτκαλφ αναζητά την τύχη του χειρόγραφου περγαμηνής του Μπλάντι, ενώ στην πορεία της έρευνάς του έρχεται στο φως μια σειρά από σοκαριστικές αποκαλύψεις σχετικά με τους χαρακτήρες και τα γεγονότα που σημάδεψαν τις ζωές τους.

Η γοητεία της αποσπασματικότητας

Η αφήγηση είναι συναρπαστική και μυστηριώδης, με αυτόν τον γνώριμο τρόπο γραφής του McEwan (γυρίζεις τις σελίδες λαίμαργα και στο τέλος σκέφτεσαι: «Περίμενε!»). Η «Κορόνα» της Βίβιαν γίνεται η αφορμή για την ανακάλυψη μιας ολόκληρης εποχής μέσα από όσα έχουν καταγραφεί γι’ αυτήν, αλλά χωρίς το ίδιο, το αυτούσιο ποίημα. Μια σειρά από email, ημερολόγια, δημοσιευμένα έργα, δευτερεύοντα σχόλια από bloggers, καθώς και κριτικές δημοσιογράφων και φιλολόγων παρελαύνουν μαζί με τις σκέψεις του Μέτκαλφ και τους διαλόγους που έχει με τη σύντροφό του Ρόουζ, με την οποία μελετούν τη λογοτεχνία και την ιστορία μεταξύ 1990-2030, δηλ. την περίοδο προ κατακλυσμού, τους φοιτητές και τους συναδέλφους του. Παρά το γεγονός ότι τα ευρήματα της έρευνάς του είναι συγκεχυμένα και ελλιπή, και παρότι οι φοιτητές του αποστρέφονται τους ανθρώπους του 21ου αιώνα[2], χαρακτηρίζοντάς τους «αδαείς, άθλιους και καταστροφικούς αγροίκους», εκείνος φαίνεται να νοσταλγεί αυτή την αντιφατική σε πρόοδο και καταστροφή εποχή. Ακόμη και η αποσπασματικότητα όσων μαθαίνει για το συγκεκριμένο λογοτεχνικό πόνημα, την «Κορόνα για τη Βίβιαν», λειτουργεί γι’ αυτόν παρηγορητικά και νοσταλγικά, ενισχύοντας την πεποίθησή του ότι η ανθρωπότητα και τις πιο κρίσιμες ώρες διατηρεί το χάρισμα της επιβίωσης[3]. Μέσα από την «Κορόνα» του Μπλάντι, ο Μέτκαλφ ανακαλύπτει συμβολισμούς που παραπέμπουν στη χαμένη «παιδικότητα της ανθρωπότητας» με ό,τι αυτή εμπεριέχει: αθωότητα, αταξίες, τέχνη, μνήμη, παιχνίδι, πάθος και σύνδεση. Η παραπάνω υπόθεση ακούγεται ενδεχομένως εξιδανικευτική, αλλά ο McEwan την αντιμετωπίζει με τη χαρακτηριστική του ακρίβεια.

Από την ατομική «Εξιλέωση» στο παγκόσμιο ναυάγιο

Οι αναγνώστες που είναι εξοικειωμένοι με το έργο του συγγραφέα θα καταλάβουν αμέσως ότι το «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε» δεν πραγματεύεται μια ριζική αλλαγή, αλλά αποτελεί το αποκορύφωμα της μακράς ενασχόλησής του με τα όρια της γνώσης σε χαλεπούς καιρούς. Από την «Εξιλέωση» (2001) μέχρι το «Σάββατο» (2005), τα μυθιστορήματα του McEwan επικεντρώνονται στα τεκμήρια της ορθολογικής σκέψης που αγωνίζεται να βάλει σε τάξη το ηθικό χάος και τις αντιθέσεις των χαρακτήρων. Κι εδώ, πάλι, η αποτυχία είναι αναμενόμενη. Αυτή τη φορά, όμως, είναι παγκόσμια, γιατί τα ιδανικά της λογικής και της προόδου επιμένουν πάνω από τα συντρίμμια, ακόμα κι αν μελετώνται ως ερείπια. Ας μην ξεχνάμε ότι η «Εξιλέωση» γράφτηκε σε μια παλαιότερη, πιο παραγωγική φάση της ζωής του McEwan, ενώ το «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε» (2025/2026) είναι προσαρμοσμένο σε ένα στάδιο όπου οι εμπειρίες και οι σχέσεις των ανθρώπων γίνονται πιο λεπτές και προσεκτικές· επειδή πλέον κατανοούμε ότι οι αλήθειες είναι πιο πολύπλοκες απ’ όσο νομίζαμε σε νεότερη ηλικία και ότι ακόμη και η αποδοχή μιας πτυχής τους αποτελεί συνειδητή επιλογή.

Το ρέκβιεμ μιας φάρσας

Πριν από δεκαπέντε χρόνια, ο McEwan έγραψε το «Solar» (2010), θέτοντας αλληγορικά ένα ειρωνικό ερώτημα: «Πώς μπορεί το ανθρώπινο είδος να λύσει ένα τόσο σύνθετο πρόβλημα όπως η υπερθέρμανση του πλανήτη, όταν ο άνθρωπος καθοδηγείται από προσωπική απληστία, απάθεια και αδυναμία να διαχειριστεί ακόμα και την ίδια του τη ζωή;». Εκεί, ο πρωταγωνιστής ήταν ένας εγωκεντρικός φυσικός, βραβευμένος με Νόμπελ, που αδιαφορούσε για την ανθρωπότητα και την κλιματική αλλαγή. Στο «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε» έχουμε να κάνουμε με το ρέκβιεμ εκείνης της φάρσας. Τώρα, το γέλιο και ο σαρκασμός έχουν αντικατασταθεί από τη θλίψη και την απομόνωση. Η κλιματική κρίση δε λογίζεται πια ως ένα ερώτημα της μόδας· συμπορευόμαστε μαζί της.

Κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων

Στο δεύτερο και τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος, ο McEwan ανατρέχει στο προσωπικό ημερολόγιο της Βίβιαν για να αποκαλύψει ότι όλα όσα καταγράφηκαν στο πρώτο μέρος, μέσα από αφηγήσεις και υποθέσεις τρίτων, δεν ήταν παρά η επιφάνεια των γεγονότων. Αυτό το δεύτερο μέρος χαρακτηρίζεται από την οικειότητα του παρόντος και από μια γλώσσα που εμείς, οι σύγχρονοι, κατανοούμε καλύτερα, αφού όλα όσα διαδραματίζονται μας είναι ήδη γνωστά.

Οι λεπτομέρειες στη ζωή του ποιητή και της γυναίκας του αναδύονται μέσα από τα επεισόδια της προσωπικής τους καθημερινότητας. Σονέτα που διαδέχονται το ένα το άλλο, περικοπές, αναμνήσεις και ήσυχες ελλείψεις-διαπιστώσεις, αλλά και εκρήξεις, ανεξίτηλες πράξεις, πάθη, έρωτας και έγκλημα έρχονται στο προσκήνιο με μια απροσδόκητη αγωνία. Το ελληνικό νησί, η Αμοργός –την οποία ουδέποτε επισκέφθηκε ο συγγραφέας– γίνεται ο τόπος κορύφωσης του δράματος· η ανάγκη για κάθαρση, η επόμενη στροφή του άγνωστου σονέτου ή μήπως της ίδιας της ζωής που εξελίσσεται ερήμην μας. Η επιβίωση είναι πάντα το προσάναμμα, είτε για να ανακαλύψουμε είτε για να σβήσουμε όσα δε θέλουμε να γνωρίζουμε.

Η προτεραιότητα των ανθρώπινων σχέσεων

Παρά το γεγονός ότι ο τίτλος του μυθιστορήματος αναφέρεται στη γνώση, ο McEwan, ακόμη και σε αυτό το κατακερματισμένο μέλλον, ενδιαφέρεται κατά προτεραιότητα για τις ανθρώπινες σχέσεις και όχι για τις ιδέες.

Αυτό που θρηνεί στο «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε» δεν είναι η απώλεια της γνώσης, αλλά της εγγύτητας, της σύνδεσης και της πραγματικής μας γνωριμίας με τον άλλον άνθρωπο.

Σημειώσεις
[1] Νόμπελ Λογοτεχνίας 1995
[2] Σελ.191
[3] Σελ.78

Η Ελένη Γουρνέλου είναι απόφοιτος του Τμήματος Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και κοινωνική ανθρωπολόγος. Εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, αρθρογραφεί στον τοπικό τύπο και έχει συνεργαστεί ως παραγωγός με ραδιοφωνικούς σταθμούς.

Μπορείτε να διαβάσετε απόσπασμα του βιβλίου εδώ.

Ian McEwan
ΣΧΕΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

McEwan, Ian

O Ίαν ΜακΓιούαν (γενν. 1948) έχει γράψει δύο συλλογές διηγηµάτων (First Love, Last Rites και In Between the Sheets) και τα µυθιστορήµατα Ο τσιµεντόκηπος (Γράµµατα, 1982), Ξένοι στη Βενετία (Σέλας, 1991), Ο αθώος (Σέλας, 1993), Μαύρα σκυλιά (Σέλας, 1994), Έµµονη αγάπη (Νεφέλη, 1999), Σάββατο (Νεφέλη, 2006), Εξιλέωση (Νεφέλη, 2008, νέα έκδοση από τις Εκδόσεις Πατάκη, 2024), Στην ακτή (Εκδόσεις Πατάκη, 2007, 2021), Solar (Εκδόσεις Πατάκη, 2010), Χαµένο παιδί (Εκδόσεις Πατάκη, 2013), Επιχείρηση Zάχαρη (Εκδόσεις Πατάκη, 2013), Νόµος περί τέκνων (Εκδόσεις Πατάκη, 2015), Καρυδότσουφλο (Εκδόσεις Πατάκη, 2017), Μηχανές σαν κι εµένα (Εκδόσεις Πατάκη, 2019), Η κατσαρίδα (Εκδόσεις Πατάκη, 2019), Μαθήµατα (Εκδόσεις Πατάκη, 2023), Τι μπορούμε να γνωρίζουμε (Εκδόσεις Πατάκη, 2026).

[ + ]
Σχετικά βιβλία
Τι μπορούμε να γνωρίζουμε
Ian McEwan

Τι μπορούμε να γνωρίζουμε

[ + ]
Τι μπορούμε να γνωρίζουμε (e-book / epub)
eBook
Ian McEwan

Τι μπορούμε να γνωρίζουμε (e-book / epub)

[ + ]
Διαβάστε επίσης
Μπορεί ο πολιτισμός και οι σχέσεις όπως τις γνωρίζουμε να επιπλεύσουν πάνω από τα ερείπια ενός βυθισμένου κόσμου;
27 · 10 · 2026

Μπορεί ο πολιτισμός και οι σχέσεις όπως τις γνωρίζουμε να επιπλεύσουν πάνω από τα ερείπια ενός βυθισμένου κόσμου;

[ + ]
«Θα σ’ αγαπώ ό,τι κι αν γίνει» <br>Γιατί αγαπήθηκε τόσο πολύ;
27 · 10 · 2026

«Θα σ’ αγαπώ ό,τι κι αν γίνει»
Γιατί αγαπήθηκε τόσο πολύ;

[ + ]
«Η Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στο Θεάτρο «Έργον»
23 · 10 · 2026

«Η Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στο Θεάτρο «Έργον»

[ + ]
Ένας χρόνος χωρίς τον Διονύση Σαββόπουλο
21 · 10 · 2026

Ένας χρόνος χωρίς τον Διονύση Σαββόπουλο

[ + ]
15 βιβλία των Εκδόσεων Πατάκη στη βραχεία λίστα των Skroutz Book Awards 2026
20 · 10 · 2026

15 βιβλία των Εκδόσεων Πατάκη στη βραχεία λίστα των Skroutz Book Awards 2026

[ + ]
Το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου κυκλοφορεί στα αγγλικά από την Peirene Press
19 · 10 · 2026

Το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου κυκλοφορεί στα αγγλικά από την Peirene Press

[ + ]