Ο ήρωας αυτού του βιβλίου, που μπορεί να προσφέρει την απόλυτη ταύτιση σε κάθε γιο, αγόρι, παιδί που παίζει όλη μέρα βιντεοπαιχνίδια, δε θέλει να σηκωθεί από τον καναπέ και σίγουρα δεν απολαμβάνει καθόλου να διαβάζει βιβλία. Αυτό όμως θα το διαβάσει. Πώς να αντισταθεί κανείς να διαβάζει τον εαυτό του;
Αρχίζοντας να διαβάζω το Επιχείρηση Μικροράπτορας, κατάλαβα από την πρώτη σελίδα δύο πράγματα. Ότι θα γελάσω πολύ – κι εγώ κι ο οκτάχρονος γιος μου. Ότι ο Φιν, ο κεντρικός ήρωας, είναι ό,τι πιο κοντινό υπάρχει στον σύγχρονο προέφηβο που είναι απρόθυμος για οτιδήποτε εκτός από την οθόνη – ο γιος μου ή ο γιος σας. Το παιδί σας. Ή το παιδί που ήσασταν κάποτε. Ο συγγραφέας Φίλιππος Καββαδίας ήταν κάποτε αυτό το παιδί και τα ξέρει όλα από πρώτο χέρι.
Ο Φιν, λοιπόν, δεν είναι «καλό» παιδί. Δεν τρέχει σε δραστηριότητες, δεν αντιδρά θετικά σε προ(σ)κλήσεις, δεν ονειρεύεται δράση και δεν έχει καμία όρεξη να ιδρώσει για κανέναν απολύτως λόγο. Του αρέσουν τα βιντεοπαιχνίδια, το ντελίβερι (κατά προτίμηση τα μπέργκερ, αλλά η πίτσα έρχεται δεύτερη με ελάχιστη διαφορά) και ο καναπές του. Προτιμά να μένει μόνος του με την οθόνη του (και δεν ντρέπεται να το ομολογήσει και να το κάνει πράξη). Μέχρι που κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβει, μπλέκεται σε μία περιπέτεια διάσωσης ενός μικρού προϊστορικού δεινόσαυρου και μαζί με ένα αγόρι που τυχαία βρίσκονται μαζί, τον Μάιλο, έναν εκνευριστικό φωτεινό παντογνώστη (εξίσου αναγνωρίσιμο παιδί) θα καταδιωχθούν σε όλη την Ευρώπη από έναν διεθνή οργανισμό που θέλει να αποκτήσει τον δεινόσαυρο για να εξυπηρετήσει μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα. (Σημαντική σημείωση: μην μπερδέψετε το βιβλίο με ένα «παιδικό βιβλίο με δεινόσαυρους». Δεν είναι ο δεινόσαυρος το θέμα, αλλά η αξία της αποστολής. Η διάσωση ενός πλάσματος από τα ανθρώπινα συμφέροντα. Κάτι που μπορεί να γίνει το πιο ισχυρό κίνητρο για να βγει ένα παιδί από τον εαυτό του και να ανακαλύψει τη δύναμη της σχέσης με τη φύση).

Από αυτό το σημείο, αρχίζει η αλλαγή του Φιν. Γιατί ο Φιν μεταμορφώνεται. Όχι επειδή κάποιος τον πίεσε ή επειδή του το ζήτησε κάποιος μεγάλος (όπως πολλοί γονείς θα ήθελαν να κάνουν). Αλλά επειδή βρέθηκε μέσα σε μια περιπέτεια που δε θα μπορούσε να ζήσει ούτε στο πιο απίθανο open world game. Με φόντο μια σχολική εκδρομή και έναν δεινόσαυρο που εκκολάπτεται στα πόδια του, ο Φιν ζει όλα όσα αποφεύγει. Και επιβιώνει. Και γελά. Και συνδέεται – με τη φύση, με τους ανθρώπους, με τα ζώα. Και τρώει… λουλούδια. Κυριολεκτικά. Η φροντίδα για τον δεινόσαυρο αποδεικνύεται μεγάλη αγάπη (ίσως και μεγαλύτερη από τα βιντεογκέιμς και το τζανκ φουντ) και φέρνει στην επιφάνεια συναισθήματα και δεξιότητες που δεν ήξερε ότι έχει.
Ο Φιν, ήρωας και αφηγητής, είναι ένα από τα μεγαλύτερα ατού του βιβλίου. Ένας χαρακτήρας αναγνωρίσιμος, ένα τυπικό αγόρι αυτής της ηλικίας που διαθέτει το τεράστιο προσόν να μεταβολίζει σε χιούμορ τον φόβο, την αμηχανία και κυρίως την ανασφάλεια. Ο ανεξάντλητος αυτοσαρκασμός τον κάνει εξαιρετικά συμπαθή ενώ παράλληλα μας υποψιάζει για την όχι και τόσο μεγάλη ιδέα που έχει για τον εαυτό του: «Μα την καυτερή μουστάρδα!» φώναξα, και παραλίγο να πετάξω τα πατατάκια μου στον αέρα. Σημείωση: παραλίγο. Δεν είναι τόσο εύκολο να με χωρίσει κανείς από το φαγητό μου.
Θεωρώ το βιβλίο μια σπάνια και πολύ ξεχωριστή περίπτωση ανάμεσα στις σύγχρονες περιπέτειες δράσης και φαντασίας που μπορεί να κρατήσει το ενδιαφέρον κάθε παιδιού – ακόμη και αυτού που δε διαβάζει. Ένα απολύτως σύγχρονο παιδί, με όλα τα χαρακτηριστικά, τις προκλήσεις και τις αντιφάσεις με το οποίο μπορεί να ταυτιστεί κάθε παιδί, ζει μια περιπέτεια καταιγιστικής δράσης, γεμάτη ανατροπές και δεξιότητες επιβίωσης αλλά και γεμάτη ανεξάντλητο, ευφυές, ολόφρεσκο, αυτοσαρκαστικό χιούμορ σε κάθε σελίδα. Και το πιο σπάνιο: η περιπέτεια αυτή δεν είναι επιφανειακή, δεν υπάρχει μόνο για να μας διασκεδάζει, αν και το κάνει στον μέγιστο βαθμό. Θέματα όπως η αυτοεικόνα, η σχέση με το σώμα, η φιλία, η υπευθυνότητα, η σχέση με το φυσικό περιβάλλον θίγονται σε βάθος χωρίς ποτέ να γίνονται θέμα, χωρίς ούτε μια φορά να γίνεται κήρυγμα.

Πέρα όμως από αυτά το παιδί θα διαβάσει το βιβλίο μονορούφι και για έναν ακόμα λόγο. Επειδή ο συγγραφέας ξέρει ότι τα παιδιά δεν είναι αφελή. Είναι έξυπνα, έχουν φίλτρο, βαριούνται εύκολα και αντιλαμβάνονται τον διδακτισμό από χιλιόμετρα. Γι’ αυτό τους δίνει έναν αυθεντικό ήρωα που δε μεταστρέφεται αυτόματα από τη μια στιγμή στην άλλη με μία (συνηθισμένη) ανεξήγητη στροφή 180 μοιρών για να πει μετανιωμένος «πόσο λάθος έκανα μέχρι τώρα». Ευτυχώς όχι. Ο Φιν αντιστέκεται στην αλλαγή. Αναζητά τις παλιές καλές μέρες. Νοσταλγεί τις ξεκούραστες στιγμές στον καναπέ όπου όλα ήταν εύκολα. Μένει άναυδος με την αλλαγή του. Και ταυτόχρονα ζει την περιπέτεια στα άκρα, μαθαίνει να προσαρμόζεται, να επιβιώνει, να δρα, να ιδρώνει, να τρώει υγιεινά, να κάνει φίλους, χωρίς ποτέ να γίνει κάποιος άλλος. Παραμένει ο εαυτός του, αλλά με περισσότερες εμπειρίες. Ο Καββαδίας, πολύ έξυπνα, δεν τον βάζει να διαλέξει κάτι που θα έκανε τον ήρωά του μονοδιάστατο. Δεν τον υποχρεώνει να πει τι είναι «σωστό» και τι «λάθος». Αλλά να διαπραγματευτεί τις αντιφάσεις του. Όπως κάθε παιδί. Κάθε άνθρωπος. Με αυτή την ειλικρίνεια καταφέρνει να πείσει τα παιδιά ότι τελικά κάτι αξίζει η ζωή και μακριά από την οθόνη – και χωρίς να δαιμονοποιεί ή να απορρίπτει την οθόνη. Πόσο αφύσικο, ουτοπικό, παράλογο θα ήταν κάτι τέτοιο στην εποχή μας; Αυτό που θέλει είναι απλώς, όπως λέει ο ίδιος, να βοηθήσει πολλά παιδιά (ιδιαίτερα αγόρια, που διαβάζουν λιγότερο) να αγαπήσουν ξανά τα βιβλία. Και μπορεί να το κάνει!
Και έτσι, χωρίς να το καταλάβετε, το παιδί σας θα διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο. Και θα ζητήσει κι άλλο. Όχι επειδή θα του το πείτε εσείς. Αλλά επειδή θα το θέλει. Ο δικός μου γιος το διάβασε δύο φορές. Αν έχετε έναν δεκάχρονο gamer που η οθόνη είναι η προέκταση του χεριού του, μοναχικό, εσωστρεφή, απρόθυμο αναγνώστη, δώστε του τον Μικροράπτορα. Ένα βιβλίο που –ειλικρινά– πρέπει να φτάσει στα χέρια όλων των παιδιών. Γιατί αν διαβάσουν την πρώτη σελίδα, θα το διαβάσουν όλο. Και θα το ευχαριστηθούν.
Μικρές αξέχαστες στιγμές του Φιν, 12 ετών:
«Δε μου αρέσει η αναρρίχηση. Ή το περπάτημα. Ή οτιδήποτε τέτοιο. Μου αρέσουν τρία πράγματα. Θα σου τα παραθέσω με αλφαβητική σειρά» –έδειξα τα τρία μου δάχτυλα–, «τα βιντεοπαιχνίδια, το ντελίβερι (κατά προτίμηση τα μπέργκερ, αν και η πίτσα είναι δεύτερη με ελάχιστη διαφορά) και ένας μεγάλος καναπές».
Συνειδητοποίησα πως δεν είχα καμία δεξιότητα επιβίωσης. Τι θα γινόμουν αν ναυαγούσα με κάποιο πλοίο σε ένα έρημο νησί, για παράδειγμα; Πώς θα έβρισκα φαγητό; Πώς θα έφτιαχνα εργαλεία για να ψαρεύω; Πώς θα ήξερα ποιο φρούτο να μαζέψω; Η δική μου μέθοδος ψαρέματος και συλλογής καρπών ήταν το ντελίβερι.
Η Άρτεμις Μάνου είναι φιλόλογος και θεατροπαιδαγωγός.
