Ποιος είναι ο Θεός; Πού είναι; Αν δεν τον βλέπω, πώς ξέρω ότι υπάρχει; Έχει γένια; Στήνει παγίδες;
Μερικές φορές τα παιδιά σε σταματούν με μια ερώτηση και δεν ξέρεις τι να απαντήσεις. Γιατί ρωτούν αθώα — αλλά αυτό που ρωτούν, είναι τεράστιο. (Το ίδιο κάνουν και οι πιγκουίνοι.) Κι όταν τους απαντάς με στόμφο, φεύγουν. Όταν όμως τους λες μια ιστορία, μπορεί να μείνουν. Και να ακούσουν. Και ίσως να καταλάβουν κάτι βαθύτερο, χωρίς καν να το προσπαθούν. Αυτό κάνει αυτό το βιβλίο. Δεν προσπαθεί να εξηγήσει. Δε δίνει «σωστές» απαντήσεις. Είναι απλώς μια ιστορία – γεμάτη χιούμορ και τρυφερότητα.
Κι ενώ τη διαβάζεις, γελάς. Κι όταν τελειώσει, καταλαβαίνεις ότι σκέφτηκες πραγματικά.
Μάλλον γι΄αυτό ρούφηξα το βιβλίο Στην κιβωτό στις οκτώ! Μόλις το πήρα στα χέρια μου, το τελείωσα χωρίς να το καταλάβω. Από την πρώτη σελίδα, ένα χαμόγελο μου κόλλησε – εκείνο το μειδίαμα που έχεις όταν κάτι σε «γαργαλάει» διακριτικά και με ουσία. Κι έμεινε μέχρι την τελευταία σελίδα.
Τι το κάνει τόσο ξεχωριστό; Οι διάλογοι. Ζωντανοί, αληθινοί — σε βάζουν κατευθείαν μέσα στην ιστορία. Οι εικόνες γεννιούνται συνεχώς στο μυαλό και η εικονογράφηση τις ξεδιπλώνει μπροστά σου. (Εδώ αξίζουν τα εύσημα στον Γεργκ Μύλε, για την υπέροχη εικονογράφηση.) Και επειδή έχω μια αδυναμία στα σκληρόδετα εξώφυλλα, να προσθέσω πως το βιβλίο είναι και αισθητικά πανέμορφο.
Η ιστορία εκτυλίσσεται σε έναν κόσμο γεμάτο χιόνι και πάγο, πάγο και χιόνι, όπου ζουν τρεις πιγκουίνοι. Κι ένας Θεός που βαρέθηκε τους ανθρώπους και τα ζώα που τσακώνονται αδιάκοπα και αποφασίζει να στείλει τον κατακλυσμό. Στην κιβωτό, όμως, ανεβαίνουν δύο από κάθε είδος. Κι οι πιγκουίνοι μας είναι τρεις. Όμως είναι και σοφοί. Και λένε:
Ακόμα κι αν κινδυνεύσει η πλάση; Ακόμα κι αν τιμωρηθούν από τον Θεό; Ίσως, τελικά, η πλάση ξαναφτιαχτεί. Όχι όπως ήταν το «σχέδιο του Θεού», αλλά με έναν τρόπο που δεν είχαμε ποτέ φανταστεί.
Γιατί αυτό κάνει η αγάπη.
Και αυτό κάνουν και τα καλά βιβλία.


