Ο Μαρσελέν Μπίλιας δεν ήταν πολύ δυστυχισμένος· απλώς αναρωτιόταν πώς, πότε και γιατί κοκκίνιζε. Ούτε ο Ρενέ Φούσκας ήταν πολύ δυστυχισμένος· απλώς τον γαργαλούσε η μύτη και φταρνιζόταν.
Δύο ήρωες που ζουν ήσυχα με αυτό που είναι — χωρίς να το πολεμούν, χωρίς να το καταλαβαίνουν πλήρως. Η συνάντησή τους δε φέρνει κάποια μεγάλη αλλαγή ή ανατροπή. Δε «διορθώνουν» ο ένας τον άλλον, δεν αλληλοσυμπληρώνονται. Απλώς γίνονται φίλοι. Και αυτό είναι όλο. Και αυτό είναι αρκετό, γιατί μπορεί να μην ήταν πολύ δυστυχισμένοι αλλά τώρα είναι σίγουρα πολύ χαρούμενοι!
Ο Μαρσελέν ένιωθε όμορφα όταν άκουγε το φτέρνισμα του φίλου του τη νύχτα. Κι όταν συναχώθηκε, χάρηκε — γιατί φτερνιζόταν κι ο ίδιος. Αντίστοιχα, ο Ρενέ σκεφτόταν πόσο όμορφη ήταν η όψη του φίλου του όταν κοκκίνιζε. Κι όταν κάηκε από τον ήλιο, ένιωσε κι αυτός χαρά — γιατί κοκκίνισε. Δε χάρηκαν, επειδή έγιναν ίδιοι. Χάρηκαν γιατί ένιωθαν τον φίλο τους κοντά (πόσο σημαντικό, ειδικά αν είσαι άρρωστος ή καμένος από τον ήλιο!).
«Ο Μαρσελέν που κοκκινίζει» είναι ένα υπέροχο βιβλίο όπου, σε κάθε σελίδα, οι μικρές φιγούρες περιπλανώνται σε τεράστια τοπία ή στο κενό — όπως είναι το χαρακτηριστικό στυλ του Sempé, που γνωρίσαμε κυρίως μέσα από τη συνεργασία του με τον René Goscinny και τον αγαπημένο μας «Μικρό Νικόλα». Μια μικρή υπενθύμιση, μέσα από εικόνες, ότι ο κόσμος είναι μεγάλος και εμείς κινούμαστε μέσα του… όπως μπορούμε. Αλλά είναι πάντα καλύτερα όταν έχουμε παρέα!
Με δυο λόγια, ίσως τελικά να χρειάζεται να μοιάζουμε λιγότερο — και να αποδεχόμαστε περισσότερο.

