Τα χρόνια περνούν και δεν μεγαλώνουμε μόνο εμείς, μεγαλώνει και ο Τριγωνοψαρούλης. Ακόμη και ο μικρός αδελφός του, ο Τριγωνομικρούλης, είναι έτοιμος να πάει σχολείο.
Είναι παγίδα να έχεις έναν γενναίο, σοφό και δημοφιλή αδελφό. Από τη μια έχεις ένα πρότυπο, κάποιον να θαυμάζεις και κάποιον να σε στηρίζει. Από την άλλη, κινδυνεύεις να μείνεις στη σκιά του ή να προσπαθείς τόσο να του μοιάσεις, που χάνεις τον εαυτό σου. Δεν βλέπουν εσένα και όλα όσα είσαι ή μπορείς να είσαι. Να μη μιλήσω για τη σύγκριση, στην οποία βγαίνεις σχεδόν πάντα δεύτερος και καταϊδρωμένος.
Φανταστείτε πως σπάνια αποκαλούν τον Τριγωνομικρούλη με το όνομά του – για τον κόσμο είναι ο αδελφός του Τριγωνοψαρούλη. Εξωτερικά του μοιάζει πολύ. Ίδιο σχήμα. Ίδιο χρώμα. Εύκολα σου διαφεύγει ότι έχει τη δική του ταυτότητα. Όταν είσαι ο αδελφός του δημοφιλούς Τριγωνοψαρούλη, γίνεσαι και εσύ δημοφιλής. Αλλά πάντα αναρωτιέσαι, άραγε με θέλουν για αυτό που είμαι εγώ;
Όλοι έχουμε την ανάγκη να μας δέχονται για αυτό που είμαστε. Και είναι τόσο μεγάλη, που αν δεν ικανοποιηθεί από τα πρόσωπα που θέλουμε, θα την αναζητήσουμε σε άλλες «κακές παρέες», όπως ο Τριγωνομικρούλης. Κάνοντας παρέα με τρία καβούρια και έναν αστακό, παρασύρεται. Κάνει σκανταλιές, φέρεται με τρόπο που δεν αρέσει στα άλλα ψάρια. Αν δε φαίνεσαι με το καλό, θα φροντίσεις να φανείς με το κακό. Αρκεί να φανείς. Δεν παλεύεται να είσαι αόρατος, να σε προσπερνούν ή να αποκτάς παρουσία μέσω τρίτων, παραδέχεται κάποια στιγμή.
Το χειρότερο όμως είναι πως οι σκανδαλιές ρίχνουν λάδι στη φωτιά και οι συγκρίσεις όχι μόνο δεν σταματούν, αλλά φουντώνουν. Κι έτσι ο Τριγωνομικρούλης αποφασίζει να αλλάξει την εξωτερική του εμφάνιση, να διαφοροποιηθεί, να μοιάζει όσο γίνεται λιγότερο στον μεγάλο του αδερφό. Εκεί ψάχνει τη λύση. Χτυπά με φόρα στα βράχια για να στρογγυλέψει. Βάφεται κόκκινος. Κρεμά ένα σκουλαρίκι-κοχυλάκι σε κάθε λέπι. Αυτού του τύπου όμως οι αλλαγές, που γίνονται μόνο και μόνο για να ξεχωρίσει κανείς, ως συνήθως, δεν έχουν αποτέλεσμα. Για αυτό και ο Τριγωνομικρούλης φέυγει μακριά. Και τότε ο αδερφός του (ας κάνουμε το αντίθετο μια φορά) καταστρώνει ένα δαιμόνιο σχέδιο για να τον φέρει πίσω. Θα τα καταφέρει; Για να δούμε.
Είμαστε αυτό που είμαστε. Και αυτό που είμαστε είναι μια χαρά, μας λέει ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος μέσα από την ιστορία του. Για να πετύχει όμως αυτή η πολυπόθητη αυτοαποδοχή, χρειάζεται πρώτα να επιτρέψουμε στα παιδιά να αναγνωρίσουν την ταυτότητά τους και έπειτα να τα αποδεχτούμε εμείς για αυτό που είναι. Και μη νομίζετε ότι η αποδοχή αυτή οδηγεί σε στασιμότητα. Ότι το παιδί δεν θα προσπαθήσει, δεν θα εξελιχθεί, δεν θα αλλάξει. Το αντίθετο. Απλώς αυτή η αλλαγή θα είναι αποτέλεσμα συνειδητό και όχι βεβιασμένο και αναγκαστικό – όπως οι αλλαγές που γίνονται όταν κουραζόμαστε από τη σύγκριση, την υποτίμηση και το να είμαστε ετερόφωτοι.
Και επειδή η αυτοαποδοχή δεν έχει να κάνει με την ηλικία, ας σταματήσουμε πρώτα εμείς, οι γονείς, να συγκρινόμαστε με τους άλλους. Ας αποδεχτούμε το παρελθόν με τα καλά και τα κακά του και ας εγκρίνουμε αυτό που είμαστε στο παρόν για να μπορέσουμε να ανακαλύψουμε πού μπορούμε να είμαστε αύριο, στο μέλλον.
Ο Ανδρέας Αρματάς είναι ψυχολόγος και συγγραφέας.

