Αρχικά πρέπει να εκμυστηρευτώ το εξής. Όταν ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο, δεν είχα καταλάβει τη σύνδεσή του με ένα άλλο αγαπημένο βιβλίο του Φίλιππου Μανδηλαρά, το «Κάπου ν’ ανήκεις». Είναι και τα δύο μέρη της «Τριλογίας του Δρόμου»!
Είναι η ζωή των εφήβων σαν ασανσέρ; Ε ναι! Φαντάσου πώς είναι όμως να είσαι έφηβος στην καρδιά της οικονομικής κρίσης, τότε, το μακρινό 2008, 2009, 2010 κτλ. Φασαρία, ένταση, διαδηλώσεις, τρομοκρατία από τα δελτία των ειδήσεων, ελπίδα, καταστροφή, απειλή, ανεργία, φόβος, ρατσιστικά πογκρόμ. Αυτά θυμάμαι εγώ από εκείνα τα χρόνια, όταν ήμουν ακόμη γυμνάσιο και μάθαινα τον κόσμο μέσα από τις συζητήσεις των μεγάλων αλλά και τις ροές πληροφοριών του διαδικτύου στις οποίες βουτούσα με μανία. (Ανήκω στη γενιά που πρώτα απέκτησε η ίδια έξυπνα κινητά και μετά μύησε τους γονείς της.)
Μιλάμε για μια εποχή έντασης. Μα ποια εποχή δεν είναι τέτοια. Την οικονομική ακολούθησαν μια σειρά από κρίσεις. Το «μεταναστευτικό», η υγειονομική κρίση, ο πόλεμος. Κάθε μέρα σοκαριζόμαστε χωρίς να υπάρχει τέλος. Αυτό δεν είναι ασανσέρ, αλλά κατήφορος.
Για τον Στέλιο και τη Χριστίνα αυτός είναι ο κόσμος τους. Ο Στέλιος δεν αντέχει άλλο τους τσακωμούς στο σπίτι, τον τρώνε, μόνιμο θέμα πλέον ο πατέρας του που δεν μπορεί να βρει δουλειά. Ο πατέρας της Χριστίνας έχει βρει δουλειά, και μάλιστα, κατά το «έκανα το χόμπι μου επάγγελμα» εκείνος τη συνδύασε με τον πολιτικό του αγώνα. Προσπαθεί να αλλάξει την κοινωνία απαλλοτριώνοντας από τους πλούσιους και μοιράζοντας σε όσους έχουν ανάγκη, όχι απλά ένας σύγχρονος Ρομπέν των Δασών, αλλά ένας εισηγητής ενός νέου οικονομικού μοντέλου. Δεν πουλάει τα κλοπιμαία, τα ανταλλάσσει. Έτσι σκοπεύει να απαντήσει στην «τυραννία του χρήματος».
Τους δυο εφήβους τούς ενώνουν πολλά. Θέλουν και οι δυο να ζήσουν. Απλά διψάνε για τον κόσμο γύρω τους, γιατί δεν τους αρκούν πλέον αυτά που έχουν. Προσωπικά, σε δύο περιπτώσεις καταλαβαίνω ότι κάποιος ή κάποια θέλει πραγματικά να ζήσει: όταν ζει και αναπνέει για έναν άνθρωπο (αυτός ο έρωτας με τις καρδούλες και τις πεταλούδες στο στομάχι και τα στερητικά) και όταν πιστεύει στην επανάσταση, όταν πιστεύει ότι ο κόσμος γύρω του αλλάζει, μπορεί να αλλάξει, και δεν εμπιστεύεται κανέναν υπεύθυνο για αυτή τη δουλειά παρά μόνο τον εαυτό του. Δεν μπορώ να βρω τον στίχο του Μαγιακόφσκι που αποτυπώνει ακριβώς το παραπάνω.
Ο Στέλιος ξεφεύγει από τη γειτονιά και την οικογένειά του γνωρίζοντας μια κοινότητα η οποία προσπαθεί να ζήσει εκτός καπιταλισμού εφαρμόζοντας τις ιδέες της στην πράξη, σε ένα κτήμα δίπλα στη ρεματιά του Χαλανδρίου (κάτι μου θυμίζει αυτό). Εκεί θα ανοίξει η καρδούλα του: κόσμος πολύς, συζητήσεις επί συζητήσεων, τροφή για σκέψη, τροφή κανονική και πολλά όνειρα.
Η Χριστίνα είναι άτυχη, αλλά πάντα προσαρμόζεται. Σιγά μην τα παρατήσει άλλωστε, έχει και τις αδελφές της, με τρεις αδελφές πώς να πέσεις κάτω χωρίς να σηκωθείς. Το ζήτημα όμως είναι το εξής: Πώς θα ξαναβρεί εκείνον τον ψηλό που γνώρισε ένα απόγευμα με τον πιο περίεργο τρόπο, με ένα φιλί σωτηρίας.
Κατά τη γνώμη μου είναι μια πραγματικά όμορφη εφηβική ιστορία έρωτα, η οποία αφενός αντανακλά την εποχή της και αφετέρου στοχεύει να προβληματίσει και να ανοίξει ωραία θέματα συζήτησης.
«Ελπίζω να μην είσαι έτσι, ψηλέ. Ελπίζω να πιστεύεις πως ο έρωτας είναι μια σπίθα που συναντάει μια άλλη σπίθα κι ανάβουν μαζί φωτιά. Το πιστεύεις;»
