
Το βιβλίο του «Ελλάδα 1953-2024: Χρόνος και Πολιτική Οικονομία» παρουσίασε τη Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025 ο Τάσος Γιαννίτσης στην αίθουσα «Γιάννης Μαρίνος» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Για το βιβλίο μίλησαν, μαζί με τον συγγραφέα, η Κατερίνα Σακελλαροπούλου, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο Σταύρος Θωμαδάκης, ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ, πρώην πρόεδρος του International Ethics Standards Board for Accountants (NY), ο Κώστας Κωστής, ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ και διευθυντής του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, ο οποίος είχε επίσης ρόλο συντονιστή, και ο Πάνος Τσακλόγλου, καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υφυπουργός.
Στην εκδήλωση το «παρών» έδωσαν πολιτικοί, μεταξύ των οποίων ο πρώην πρωθυπουργός Παναγιώτης Πικραμμένος, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης, η Άννα Διαμαντοπούλου, ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ Κώστας Τσουκαλάς, ο Νίκος Χριστοδουλάκης, αλλά και η Δάφνη Σημίτη, πανεπιστημιακοί και πολίτες.

Ο κ. Γιαννίτσης έδωσε τον τόνο αναφέροντας ότι «δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια το τρίγωνο ακινησία – αδιαφορία – διαφθορά να έχει τόσο βάρος στη λειτουργία της χώρας όσο στο παρελθόν. Ή, αν την έχουμε, οφείλουμε να αναλάβουμε το κόστος των συνεπειών», ενώ η κυρία Σακελλαροπούλου επεσήμανε: «Συζητάμε για την αναθεώρηση του Συντάγματος, ενώ θα έπρεπε να εστιάσουμε στην αναθεώρηση των νοοτροπιών».
Ο Κώστας Κωστής, που διευθύνει τη σειρά «Διαδρομές Ιστορίας» των Εκδόσεων Πατάκη και προλογίζει επίσης το βιβλίο του κ. Γιαννίτση, έκανε λόγο για «μια ειλικρίνεια την οποία σπανίως συναντά κανείς σε Έλληνες συγγραφείς, τόσο στην αξιοποίηση του εμπειρικού υλικού όσο και στην παρουσίαση και τα συμπεράσματα, τα οποία δεν είναι αισιόδοξα», ενώ στην πρόσφατη κρίση χρέους στάθηκε ο Σταύρος Θωμαδάκης, λέγοντας: «Το ορόσημο της κρίσης χρέους ήταν δυστοπικό, σήμανε τη μεγαλύτερη οικονομική ανατροπή από τα χρόνια του πολέμου». Χαρακτηριστική ήταν βέβαια η αποστροφή του κ. Τσακλόγλου, που τόνισε: «Το πιστοποιητικό γέννησης της ελληνικής κρίσης δεν είχε πάνω του ημερομηνία 2010, αλλά 2001: η χρονιά που η τότε κυβέρνηση αποσύρει την προσπάθεια του Τάσου Γιαννίτση να αναμορφωθεί το ασφαλιστικό μας σύστημα».

Ακολουθούν αναλυτικά οι ομιλίες των πέντε εισηγητών.
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ
Πριν συναντήσω τον Τάσο Γιαννίτση τον γνώριζα κυρίως ως τον εκφραστή της χαμένης ευκαιρίας του ασφαλιστικού, με το οποίο έχει αναπόσπαστα συνδεθεί. Τον σκεφτόμουν συχνά στο Δικαστήριο, με αφορμή υποθέσεις που απασχόλησαν την Ολομέλεια σχετικά με τα ζητήματα της βιωσιμότητας του συστήματος και της διαγενεακής αλληλεγγύης. Στη συνέχεια συναντηθήκαμε μερικές φορές, και σήμερα χαίρομαι που είμαστε αληθινοί φίλοι. Τον εκτιμώ ιδιαίτερα για το θάρρος του να λέει δυσάρεστες αλήθειες και για το χιούμορ του. Έτσι δέχθηκα την ευγενική πρόταση του ίδιου και της Άννας Πατάκη να πάρω μέρος στην παρουσίαση του καινούργιου του βιβλίου, όχι χωρίς κάποιους δισταγμούς, οφείλω να ομολογήσω, γιατί τα οικονομικά δεν είναι το πεδίο μου κι οι παντογνώστες στη χώρα μας αφθονούν. Διαβάζοντάς το όμως, οι δισταγμοί μου υποχώρησαν. Κι αυτό γιατί το βιβλίο έχει πολιτική ματιά και κοινωνική προσέγγιση, πέρα από το καθαρά οικονομικό κομμάτι.
Στις σελίδες του βρήκα πολλά και ενδιαφέροντα, ιδίως για θέματα που με συγκινούν, όπως η κοινωνία, το περιβάλλον, η κλιματική κρίση. Είχα στιγμές που χαμογέλασα, αναγνωρίζοντας δικές μου σκέψεις, και στιγμές που σχεδόν βούρκωσα, αφού με κατέκλυζε το αίσθημα της ματαίωσης: γιατί, τόσες και τόσες φορές, κλείνουμε τα μάτια μας όταν η πραγματικότητα δεν μας αρέσει; Γιατί συνηθίζουμε να χώνουμε το κεφάλι μας στην άμμο, περιμένοντας η κατάσταση να διορθωθεί από μόνη της; Πότε επιτέλους θα αλλάξουμε;
Δείτε περισσότερα
Στις σελίδες του βρήκα πολλά και ενδιαφέροντα, ιδίως για θέματα που με συγκινούν, όπως η κοινωνία, το περιβάλλον, η κλιματική κρίση. Είχα στιγμές που χαμογέλασα, αναγνωρίζοντας δικές μου σκέψεις, και στιγμές που σχεδόν βούρκωσα, αφού με κατέκλυζε το αίσθημα της ματαίωσης: γιατί, τόσες και τόσες φορές, κλείνουμε τα μάτια μας όταν η πραγματικότητα δεν μας αρέσει; Γιατί συνηθίζουμε να χώνουμε το κεφάλι μας στην άμμο, περιμένοντας η κατάσταση να διορθωθεί από μόνη της; Πότε επιτέλους θα αλλάξουμε;
Υπάρχει κάτι ποιητικό στον χαρακτήρα του Τάσου Γιαννίτση και στον τρόπο που αντιμετωπίζει την εξέλιξη της χώρας από το 1953 ως σήμερα, την πρόοδο και τις χαμένες ευκαιρίες. Μια νηφάλια απόγνωση, μια αίσθηση ματαιότητας, αλλά και μια άσβεστη ελπίδα που τον κρατάει δημιουργικό.
Περιγράφει την αναδιαμόρφωση του μοντέλου της ελληνικής οικονομίας, τον αναπτυξιακό μετασχηματισμό της χώρας και διαπιστώνει τα θετικά βήματα που έγιναν, ξεκινώντας από τη διαδικασία εκβιομηχάνισης, που μας επέτρεψε να ξεφύγουμε από τη φτώχεια και τη στέρηση μετά από τις ανείπωτες καταστροφές που επέφεραν η κατοχή και ο εμφύλιος πόλεμος. Παράλληλα εντοπίζει τις ολιγωρίες, τις καθυστερήσεις. Την άρνηση να ακολουθήσουμε μια ρεαλιστική γραμμή χωρίς ψευδαισθήσεις για το αύριο, άρνηση που οδηγεί σε μια πραγματικότητα που σταθερά διαψεύδει τις προσδοκίες μας για το μέλλον. Και τη δυσάρεστη αλήθεια: Αν και η καρδιά της κρίσης του 2009 είναι οικονομική, η αφετηρία της είναι αξιακή, γνωστική και πολιτισμική, και οι χειρισμοί της πολιτικοί. Ή, όπως το διατύπωσε ο Αντώνης Μανιτάκης, η κρίση που αποκαλούμε οικονομική είναι, πάνω απ’ όλα, κρίση του τρόπου ζωής μας.
Διαβάζοντας το βιβλίο μου ερχόταν συχνά στο μυαλό ο Κώστας Κωστής με «τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας» και με τη διαχρονική τους δυστυχώς παρουσία.
Τα γνωστά προβλήματα που εμποδίζουν την ανάπτυξη, η παραοικονομία και η φοροδιαφυγή, η διαφθορά, η πολιτική αναποτελεσματικότητα. Η προβληματική λειτουργία του κράτους δικαίου και της δικαιοσύνης. Και, πάνω απ’ όλα, η κοινωνική κουλτούρα αντίδρασης σε αλλαγές.
Στο σημείο αυτό, θέλω να σταθώ λίγο περισσότερο: Η δικαιοσύνη είναι το ζητούμενο της κοινωνικής οργάνωσης, η κατ’ εξοχήν πολιτική έννοια, σύμφωνα με τον αείμνηστο Σταύρο Τσακυράκη. Η ιδέα που μας απαντά ποια δικαιώματα και ποιες υποχρεώσεις έχουμε, ως κοινωνικά όντα, απέναντι στους άλλους. Το εργαλείο για να βρούμε την απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι ο ορθός λόγος. Γι’ αυτό και η έννομη τάξη, εφόσον βέβαια έχει δημοκρατική νομιμοποίηση, αποτελεί αξία καθ’ εαυτήν. Η απόδοση ευθυνών, κυρίαρχο ζήτημα στη δημοκρατία, έχει νόημα μόνο με διαδικασίες δικαιοσύνης· κάθε άλλη μέθοδος προσβάλλει το κράτος δικαίου και συμβάλλει στην υποβάθμιση του πολιτισμού μας. Η δικαιοσύνη απονέμεται στα δικαστήρια, και μόνον εκεί, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και στο πλαίσιο των σχετικών δικονομικών κανόνων. Και βέβαια η δικαστική εξουσία φέρει το βάρος να εκπληρώνει το καθήκον της με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, μακριά από πιέσεις και κάθε είδους επηρεασμούς, από όπου και αν προέρχονται και όση ισχύ και αν έχουν. Σε κάθε περίπτωση, όμως, αποτελεί επικίνδυνο λαϊκισμό να υποστηρίζεται ότι οι δυσλειτουργίες της δικαιοσύνης, οι οποίες πρέπει να επισημαίνονται και να θεραπεύονται, σημαίνουν και ανυπαρξία του κράτους δικαίου.
Ένα άλλο σημείο που εντοπίζει ο συγγραφέας πίσω από τα ρήγματα στην εξέλιξη της χώρας είναι η κοινωνική κουλτούρα αντίδρασης σε αλλαγές. Ασφαλώς και έγιναν μεταρρυθμίσεις στη μακρά αυτή περίοδο, ειδικά από το 1974 και μετά. Υπάρχει όμως μια κεντρική αδυναμία που εμφανίζεται από τις απαρχές ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους και φθάνει ως τις μέρες μας, η διχόνοια. Ας θυμηθούμε μόνο την αντιπαράθεση προκρίτων και οπλαρχηγών και τους εμφυλίους πολέμους κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, τον εθνικό διχασμό του 1915, τον εμφύλιο πόλεμο μετά τη γερμανική κατοχή. Οι μορφές αντιπαλότητας στο εσωτερικό της κοινωνίας αναβιώνουν διαχρονικά, με κάθε ευκαιρία, και κρατούν τον τόπο στάσιμο, αφού χωρίς συναίνεση και συνεργασία, σε έναν βαθμό, μια χώρα όχι μόνο να προχωρήσει δεν μπορεί, αλλά ούτε καν να κυβερνηθεί.
Κρίσεις αντιμετώπισαν πολλές χώρες. Όμως η Ελλάδα ήταν η χώρα που, πέρα από την αστάθεια, έφτασε σε κατάρρευση. Περάσαμε τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, για να μνημονεύσω πάλι τον Αντώνη Μανιτάκη, με έναν «φαύλο και αέναο κύκλο κρίσης και κανονικότητας».
Στην χώρα έχει καλλιεργηθεί, από δεκαετίες, ένα πνεύμα εξωραϊσμού της πραγματικότητας. Η Μεταπολίτευση υπήρξε σημείο αιχμής για την εξέλιξή μας, δεν λειτούργησε όμως και ως σημείο ειλικρινούς στοχασμού και κριτικής θεώρησης· σαν η ανάγκη αυτογνωσίας να μη μας απασχολεί έντονα, εμάς τους Έλληνες.
Ακολουθήσαμε, διαχρονικά, τον δρόμο της εύκολης ανάπτυξης, χωρίς τις απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές που θα εξασφάλιζαν το μέλλον μας. Στην περίοδο της δικτατορίας προωθήθηκαν επενδύσεις με κάθε κόστος, για λόγους πολιτικής νομιμοποίησης. Η οικονομική πολιτική άρχισε σταδιακά να δίνει έμφαση στις κατασκευές και τον τουρισμό. Ως βασικός μοχλός ανάπτυξης χρησιμοποιήθηκε η αντιπαροχή, η αντίληψη ότι «όπου γης οικόπεδο». Αυτό υπήρξε πηγή κακοδαιμονίας, αφού οι τοπικές κοινωνίες αντιμετώπισαν την οικοδομή ως κυρίαρχο τρόπο πλουτισμού και η κεντρική εξουσία ακολούθησε, για πελατειακούς και ψηφοθηρικούς λόγους. Το Σύνταγμα του 1975 υπήρξε πρωτοποριακό σε πολλά ζητήματα, με ιδιαίτερα σημαντικό το άρθρο 24 για την προστασία του περιβάλλοντος.
Ερμηνεύοντάς το, το Συμβούλιο της Επικρατείας, ήδη από τη δεκαετία του ’80, αφού τόνισε τη σημασία του κοινωνικού χαρακτήρα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, διατύπωσε την απαίτηση για σχεδιασμό και για την προστασία των εκτός σχεδίου περιοχών και έθεσε κανόνες για τα τυφλά οικόπεδα, τα όρια οικισμών, τη φέρουσα ικανότητα των νησιών. Πενήντα χρόνια μετά, ο σχεδιασμός καθυστερεί και ενδιαμέσως εφαρμόζεται νομοθεσία που τον υπονομεύει, οι Κυκλάδες και τα μικρά ιδίως νησιά δέχονται έντονη πίεση και αντιμετωπίζουν υπερδόμηση και προβλήματα από τον υπερβολικό τουρισμό, και, το χειρότερο, δημιουργούνται γενιές αυθαιρέτων σε όλη τη χώρα που κάθε τόσο νομιμοποιούνται με διατάξεις, πολλές από τις οποίες έχουν κριθεί ως αντισυνταγματικές.
Τα φαινόμενα αυτά, εκτός από τις ανεπίστρεπτες επιπτώσεις που έχουν για το περιβάλλον, δημιουργούν εθισμό στην παρανομία, με τη βεβαιότητα της εκ των υστέρων άρσης της, και μεγάλο αίσθημα αδικίας στους νομοταγείς πολίτες, υποσκάποντας την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και στο κράτος δικαίου, κάτι που μόνο ολέθριες συνέπειες μπορεί να έχει στο μέλλον.
Η διαχρονική αυτή ανοχή της παρανομίας, που δεν εντοπίζεται μόνο στη δόμηση αλλά και σε πολλούς άλλους τομείς, όπως η φορολογία, το ασφαλιστικό σύστημα, οι κάθε είδους κυρώσεις, την μετατρέπει σε κοινωνικό πρόβλημα, που όσο η κατάσταση αυτή συνεχίζεται τόσο πιο δύσκολα μπορεί να αντιμετωπισθεί, αφού πλέον τείνει να θεωρείται κεκτημένο δικαίωμα.
Στη Μεταπολίτευση υπήρξαν φυσικά θετικές μεταρρυθμίσεις πολύ μεγάλης σημασίας, όπως η επίλυση του πολιτειακού, η νομιμοποίηση του ΚΚΕ, οι άψογες εκλογικές διαδικασίες, η είσοδος της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη, η αναγνώριση της εθνικής αντίστασης, η διαγραφή του θρησκεύματος από τις ταυτότητες, η αλλαγή του οικογενειακού δικαίου, και πολλές άλλες στο πεδίο των δικαιωμάτων. Είμαστε λοιπόν τελικά μια χώρα παραδόξως νεωτερική, κατά την πετυχημένη διατύπωση του Γιάννη Βούλγαρη. Παρόλα αυτά, όταν κανείς διαβάζει, σελίδα με σελίδα, τα σημεία στα οποία αποτύχαμε, δεν μπορεί παρά να νιώθει πίκρα και απογοήτευση.
Πού εντοπίζει ο Τάσος Γιαννίτσης τη ρίζα του κακού; Ειδικά για την περίοδο της Μεταπολίτευσης, στη συλλογική κουλτούρα που ανέχεται την υπονόμευση του συλλογικού συμφέροντος και του δημόσιου χώρου, από τα απλά και τα μικρά, όπως η κατάληψη κάθε σπιθαμής ελεύθερου χώρου από κτίσματα, αυτοκίνητα, εμπορεύματα, τραπεζοκαθίσματα, μέχρι τα σπουδαία. Δεν σεβόμαστε ό,τι μας περιβάλλει, δεν το προστατεύουμε, αντίθετα το απαξιώνουμε.
Στο βιβλίο γίνεται εκτενής αναφορά και στην κουλτούρα της βίας, που αποτελεί την κεντρική ιδέα της αντιπαλότητας και της διχόνοιας που μας κατατρέχει, σύμφωνα με την οποία όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας. Και που εκδηλώνεται με κλιμακούμενη ένταση, ανάλογα με την προέλευσή της.
Η κρίση του 2009 υπήρξε αποτέλεσμα λανθασμένων επιλογών, συμπεριφορών και εκτιμήσεων, στις οποίες συμμετείχαν σημαντικά τμήματα της οργανωμένης κοινωνίας και των πολιτών, με αποτέλεσμα την απώλεια της εμπιστοσύνης ως προς την ικανότητα της ελληνικής πολιτικής και των ελίτ να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα του παρόντος και του μέλλοντος της χώρας. Και ανέδειξε, με τον πιο δραματικό τρόπο, όλες τις παθογένειες της δημοκρατίας μας. Θα επικαλεσθώ και πάλι τον Σταύρο Τσακυράκη, ο οποίος υποστήριζε πως η βία είναι ασυμβίβαστη με την έννοια της κοινωνικής οργάνωσης. Οι θεωρητικοί θιασώτες της αρνούνται τα δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά της δημοκρατίας: Την ίση συμμετοχή του καθενός και την αρχή της πλειοψηφίας. Κάθε μορφή βίας αποτελεί βαριά προσβολή τόσο της ανθρώπινης ύπαρξης, όσο και της δημοκρατίας.
Η ιδιαιτερότητα της χώρας μας, που εμφανίστηκε έντονα στην περίοδο αυτή, αφορά την ουσιαστική αποδοχή της φιλοσοφίας της δημοκρατίας από την κοινωνία και εντοπίζεται στην αμφισβήτηση του δικαιώματος της πλειοψηφίας να κυβερνά και στην εξασθένιση του σεβασμού των δικαιωμάτων των άλλων. Η αμφισβήτηση της αρχής της πλειοψηφίας φαίνεται από την ύπαρξη γενικευμένης ανομίας, στάση που εμφανίζεται ως πολιτική ανυπακοή. Η αντίληψη ότι οι νόμοι που δεν αρέσουν δεν εφαρμόζονται, η επικράτηση της συντεχνιακής λογικής και η διάλυση κάθε έννοιας γενικού συμφέροντος αποτελούν αμφισβήτηση της ίδιας της δημοκρατίας.
Στις μέρες μας, οι αντιπαραθέσεις έχουν ιδιαίτερα οξυνθεί, κάτι στο οποίο συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ακόμη και ο επιστημονικός διάλογος διεξάγεται πολλές φορές με όρους facebook. Η κριτική των δημοκρατικών θεσμών είναι επιθυμητή και ελεύθερη, και κανείς δεν πρέπει να εξαιρείται. Είναι όμως τουλάχιστον παράδοξο και ανησυχητικό, για να αναφέρω ένα παράδειγμα, να αποδοκιμάζονται δημόσια δικαστικές αποφάσεις πριν καν δημοσιευθούν, με βάση μόνο το διατακτικό τους. Με τον τρόπο αυτόν η ελευθερία της έκφρασης, κορυφαίο συνταγματικό δικαίωμα της δημοκρατίας, χάνει τη σημασία της και εξαντλείται σε ανούσια ανταλλαγή επικρίσεων και λοιδωριών.
Η ενημέρωση, στοιχείο κρίσιμο στη δημοκρατία, πλήττεται στον πυρήνα της και από τα κάθε λογής τρολ και αδιευκρίνιστης προέλευσης κέντρα που πλημμυρίζουν το διαδίκτυο με fake news για τους δικούς τους, ανομολόγητους σκοπούς. Δημιουργείται έτσι μια διαβρωτική για το πολίτευμα τοξικότητα, η οποία αυξάνεται όλο και περισσότερο λόγω των ασύλληπτων δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης και της δυσκολίας ελέγχου της.
Κατά τον συγγραφέα, για να αντιμετωπισθούν τα φαινόμενα αυτά, καθώς και οι καινούργιες προκλήσεις που έχουν παρουσιασθεί, όπως ιδίως το δημογραφικό, πρέπει να αλλάξει το υπόδειγμα διακυβέρνησης της Μεταπολίτευσης, να μεταβληθούν οι όροι, με τους οποίους ασκείται η πολιτική και λειτουργεί η κοινωνία. Να ενισχυθεί η αντικειμενική ενημέρωση και ο επιστημονικός διάλογος, να βελτιωθεί η παιδεία, να μειωθεί η τοξικότητα. Να εγκαταλειφθούν πολιτικές πρακτικές που στόχευαν στο να αποφύγουν το πολιτικό κόστος, να υπάρξει εντιμότητα στη διακυβέρνηση. Η κοινωνία να ευαισθητοποιείται στα προβλήματα, αντί να εφησυχάζει. Τα πολιτικά κόμματα να θεσπίσουν μορφές συνεννόησης, να υπάρχει συνέχεια στη διακυβέρνηση και να αναδειχθεί η έννοια της ευθύνης.
Συζητάμε για την αναθεώρηση του Συντάγματος, ενώ θα έπρεπε να εστιάσουμε στην αναθεώρηση των νοοτροπιών, αφού αυτές είναι κυρίως που αντιστέκονται.
Κλείνοντας, εύχομαι το βιβλίο να είναι καλοτάξιδο. Μαζί και η χώρα μας, ελπίδα που εκφράζει και ο Τάσος Γιαννίτσης. Στον οποίον εύχομαι να είναι πάντα καλά και να συνεχίσει να μας χαρίζει γόνιμους προβληματισμούς.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΣΤΗΣ
Πρώτα απ’ όλα θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Τάσο Γιαννίτση που δέχθηκε να εντάξει το βιβλίο του Ελλάδα, 1953-2024 για το οποίο κάνουμε λόγο απόψε στη σειρά «Διαδρομές ιστορίας» των Εκδόσεων Πατάκη, της οποίας έχω την ευθύνη. Επίσης, τον ευχαριστώ γιατί μου ζήτησε να το προλογίσω και να συντονίσω τη σημερινή εκδήλωση. Όλα αυτά με τιμούν ιδιαίτερα.
Δεν έχω την πρόθεση να επαναλάβω όσα έχω γράψει στα προλεγόμενα του βιβλίου του Τάσου Γιαννίτση, αν και κάποια, λίγα, δεν θα μπορέσω να τα αποφύγω. Για μένα αυτό που έχει σημασία και σε αυτό το βιβλίο είναι να το δούμε ως μία συνέχεια ενός ευρύτατου επιστημονικού έργου με αντικείμενο την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, αλλά και ως μία δημόσια παρέμβαση, μία από τις συνεχείς που κάνει τα τελευταία χρόνια, κυρίως δε από την εποχή των μνημονίων και μετά.
Δείτε περισσότερα
Από την άποψη αυτή η παρουσίαση του βιβλίου του Τάσου δεν είναι μία δύσκολη υπόθεση. Η προβληματική του τα τελευταία πολλά χρόνια παραμένει η ίδια, αν και από πολλές απόψεις εμπλουτίζεται με ζητήματα πολιτικής, κοινωνικής και διανοητικής ιστορίας, απόψεις που δεν υπήρχαν στις προηγούμενες εργασίες του. Λογικό ήταν κάτι τέτοιο, μιας και μέχρι πρόσφατα έγραφε ως αναπτυξιακός οικονομολόγος, άρα ακολουθούσε το πρότυπο αυτού του πεδίου.
Επομένως, δεν τον αφορούσε ο συμβιβασμός του επιστημονικού του αντικειμένου με μια δημόσια επίκληση να υπάρξει ρεαλισμός στην προσπάθεια αντιμετώπισης των προβλημάτων της χώρας. Νομίζω ότι η αντίληψη αυτή έρχεται στα χρόνια των μνημονίων και προϊόντος του χρόνου γίνεται όλο και πιο έντονη.
Και το ζήτημα αυτό το θέτει με τους ακόλουθους όρους «Δεν αναρωτιόμαστε γιατί η άρνησή μας να ακολουθήσουμε μία ρεαλιστική γραμμή χωρίς ψευδαισθήσεις για το αύριο, οδηγεί συστηματικά σε αυτό που φοβόμαστε: μια πραγματικότητα που σταθερά διαψεύδει στις συλλογικές προσδοκίες μας για το μέλλον.»
Αμέσως δε μετά συγκεκριμενοποιεί και τον στόχο του: «Κεντρικός στόχος της ανάλυσης αυτής είναι να προσδιορίσουμε τη σημερινή αφετηρία από την οποία θα αντιμετωπίσουμε το μέλλον της κοινωνίας μας μέσα σε έντονα μεταβαλλόμενες συνθήκες».
Θα έλεγε κανείς ότι η προσπάθεια του συμβαδίζει με τις αντίστοιχες προσπάθειες που καταβάλλονται αυτή την εποχή ή έστω δηλώνεται ότι καταβάλλονται από τους δημοσιολόγους, οικονομολόγους και πολιτικούς για να αναζητήσουν, μέχρι στιγμής επί ματαίω, ένα νέο μοντέλο για την ελληνική οικονομία.
Δεν θέλω να αναφέρω παραδείγματα αυτής της προσπάθειας, αλλά ασφαλώς οι προτάσεις του Γιαννίτση βρίσκονται προς μία άλλη κατεύθυνση και διατηρούν ένα εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο, αλλά και προέρχονται από μια εντελώς διαφορετική μέθοδο.
Ο Γιαννίτσης ακολουθεί μία ιστορική προσέγγιση, ξεκινώντας από τη στιγμή εκείνη που η Ελλάδα αρχίζει να ξεφεύγει από την φτώχεια και τη στέρηση για να οδηγηθεί προς την ανάπτυξη και την ευημερία. Δηλαδή ξεκινάει από το 1953 και την νομισματική σταθεροποίηση της χρονιάς αυτής και παρακολουθεί τις διαδρομές που ακολουθεί η ανάπτυξη της χώρας κατά τις επόμενες δεκαετίες.
Η μεγάλη αλλαγή, και για τον λόγο αυτό δεν υπάρχει καμία αμφιβολία έρχεται κατά τη δεκαετία του 1970, οπότε όλα τα δεδομένα της διεθνούς οικονομίας αλλάζουν, συμπαρασύροντας και τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας. Κατάρρευση του συστήματος του Bretton Woods, με το δολάριο να αποσυνδέεται από το χρυσό και περνάμε σε ένα σύστημα ελεύθερα κυμαινομένων συναλλαγματικών ισοτιμιών, ακολουθούν οι πετρελαϊκές κρίσεις. Σε εγχώρια κλίμακα δε έχουμε την αποκατάσταση της Δημοκρατίας ως συνέπεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.
Η προσέγγιση του Γιαννίτση είναι πολύ προσεκτική για την περίοδο μέχρι την μεταπολίτευση, σχολαστική βιβλιογραφικά, αλλά νομίζω ότι το ενδιαφέρον και πιο ειδικά και για τον ίδιο το πιο ενδιαφέρον, ξεκινάει από τη στιγμή που αποκαθίσταται η δημοκρατία. Το 2024 είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε πολύ για την μεταπολίτευση, να την δοξάσουμε ή να την χλευάσουμε. Στη συζήτηση αυτή παρεμβαίνει ο Γιαννίτσης λέγοντας κάτι το ιδιαίτερο, ότι η Μεταπολίτευση διατηρεί μία «ιδεολογική και πολιτική διάσταση με βασικά στοιχεία – κλειδιά της σύγχρονης ανάπτυξης, καθώς χαρακτηρίστηκε από έναν ιδιότυπο αρνητισμό για πολιτικές όπως: α. η ενίσχυση του παραγωγικού της συστήματος μέσα από μεταρρυθμίσεις ενός ευρύτερου φάσματος σχέσεων, όπως εκπαιδευτικό σύστημα, έρευνα – καινοτομία, φορολογικό σύστημα, κοινωνική προστασία, παραοικονομία, φοροδιαφυγή, επίτευξη εύκολου κέρδους και προσόδων, β. αναπροσανατολισμός των επενδύσεων από συγκριτικά εύκολες και τεχνολογικά απλές προς δραστηριότητες που οδηγούν σε ανθεκτικότερες επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, γ. ενίσχυση εξωστρέφειας, ώστε οι ελληνικές επιχειρήσεις να επωφεληθούν από τις διεθνείς αγορές, δ. ανεύρεση συναινετικών διαδικασιών μεταξύ κοινωνικών εταίρων ώστε να υπάρξει σύγκλιση απόψεων σε κρίσιμα ζητήματα και ε. συγκρότηση ενός κράτους που θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης.
Όλα αυτά κατά τη γνώμη μου εντάσσονται στο κόστος εκπαίδευσης στη δημοκρατία, που υπήρξε πολύ μεγάλο για την Ελλάδα και ενδεχομένως αναπόφευκτο. Το ζήτημα είναι γιατί εξακολουθούμε να κινούμαστε προς την ίδια κατεύθυνση και να υποσκάπτουμε ακόμη και την ίδια τη δημοκρατία για την οποία καταβάλλαμε τόσο μεγάλο κόστος.
Αν όλα αυτά χαρακτηρίζουν την μεταπολίτευση, τότε όπως μπορεί εύκολα να συνάγει κανείς ζούμε στη συνέχεια αυτής της εποχής, τίποτε δεν έχει αλλάξει, οι προσπάθειες πέφτουν στο κενό και μάλιστα υπό συνθήκες πολύ χειρότερες από ότι στο παρελθόν. Ζούμε σε περιβάλλοντα αβεβαιότητας και διακινδύνευσης, για να χρησιμοποιήσω δύο όρους του συρμού, ως εκ τούτου οι κίνδυνοι για την Ελλάδα σε κάθε τομέα είναι μεγάλοι.
Το βιβλίο του Τάσου Γιαννίτση χαρακτηρίζεται από μία ειλικρίνεια την οποία σπανίως συναντά κανείς σε Έλληνες συγγραφείς. Ειλικρίνεια στην αξιοποίηση του εμπειρικού υλικού, ειλικρίνεια και στην παρουσίασή του, και, εν τέλει, συμπεράσματα τα οποία δεν είναι αισιόδοξα. Και συνήθως, αν όχι πάντοτε, δεν μας αρέσει να διαβάζουμε απαισιόδοξες αντιλήψεις για το μέλλον.
Την ειλικρίνεια αυτή την εκτιμώ ιδιαιτέρως γιατί δείχνει ότι ο συγγραφέας απευθύνεται σε πολίτες και όχι σε ψηφοφόρους.
Στην Ελλάδα έχουμε δύο κατηγορίες αναλυτών σε σχέση με τα προβλήματα της χώρας: τους αισιόδοξους και τους απαισιόδοξους. Ενδεχομένως η οπτική αυτή να μην σας φαίνεται πολύ επιστημονική, ούτε σε μένα άλλωστε, αλλά δεν παύει να εκφράζει μία πραγματικότητα.
Στην ομάδα των αισιόδοξων ανήκουν όλοι όσοι απαριθμώντας κάποιους στοιχειώδους δείκτες, διατυπώνοντας αφορισμούς και με μπόλικη φιλαυτία πιστεύουν ότι έχουν λύσει το ζήτημα του μέλλοντος της ελληνικής οικονομίας, του ελληνικού κράτους γενικότερα. Παράδειγμα κραυγαλέο: το ότι υπάρχουν πολλοί καλοί Έλληνες επιστήμονες δεν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την παραγωγή καινοτομίας ή για την προώθηση της έρευνας. Χρειάζεται η δημιουργία δομών και υποδομών που να υποστηρίζουν τα δίκτυα όλων αυτών των επιστημόνων και αυτά αμφιβάλλω αν υπάρχουν. Ή τουλάχιστον αυτά δείχνουν οι διεθνείς στατιστικές της έρευνας. Τέλος το επιχείρημα που συνοδεύει τις απόψεις των αισιόδοξων, ότι μόνο από αυτούς μπορούν να έλθουν οι αλλαγές είναι στην καλύτερη περίπτωση πρωτόγονο.
Τέλος, από την άλλη πλευρά, στους απαισιόδοξους βρίσκονται οι άνθρωποι εκείνοι που λαμβάνουν υπόψη τους τα στοιχεία, που εξετάζουν την πραγματικότητα σε βάθος, που μιλούν μετά λόγου γνώσεως, ακόμη και αν γνωρίζουν καλά ότι θα δυσαρεστήσουν κόσμο και κυρίως την εξουσία. Πρόκειται για προσωπικότητες που δεν αρκούνται στο επιφανειακό, αλλά έχουν τη γνώση να μελετήσουν το υπόβαθρο και να επισημάνουν τι δεν πάει καλά. Ο Τάσος Γιαννίτσης ανήκει σε αυτή την κατηγορία ανθρώπων, δηλαδή εκείνους που αποφεύγουν τον στρουθοκαμηλισμό, επιθυμούν να βρεθούν λύσεις στα προβλήματα της χώρας και να εξασφαλιστούν οι επόμενες γενιές. Και φυσικά οι λύσεις αυτές δεν πρόκειται να έρθουν από μόνες τους, αλλά ότι χρειάζεται μακροχρόνια συστηματική προσπάθεια και η θέληση να θιγούν κατεστημένα συμφέροντα.
Θα κλείσω την ομιλία μου διαβάζοντάς σας έν απόσπασμα από άρθρο του Τάσου δημοσιευμένο το 2017. Μού είχε κάνει τότε τρομερή εντύπωση, αλλά νομίζω ότι ανήκα σε μικρή μειοψηφία:
«Αν η καρδιά της κρίσης είναι οικονομική, η αφετηρία της είναι αξιακή, γνωστική και πολιτισμική, και οι χειρισμοί της πολιτικοί. Όλα παραπέμπουν σε παράγοντες όπως οι γνώσεις και οι αντιλήψεις μας, η συλλογική ευφυΐα μας και η λειτουργία της κοινωνίας μας συνολικά, αλλά και των τμημάτων που βρίσκονται «επάνω», στη «μέση» και «κάτω». Εδώ βρίσκεται και το μεγάλο πρόβλημα.
Το σκληρό και διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ Ελλάδας και «προωθημένων» χωρών της Ευρώπης αφορά τις διαθέσιμες δυνάμεις κάθε πλευράς, που ιστορικά παίζουν ένα προωθητικό ρόλο στην εξέλιξη της χώρας τους. Η διαφορά μας δεν είναι στις προβληματικές καταστάσεις. Είναι στην απουσία μιας κρίσιμης μάζας δυνάμεων που να σκέφτονται το αύριο της κοινωνίας μας και να καταλαβαίνουν τη σημασία που σημειώνονται στην Ευρώπη, στην Ασία, στον κόσμο των μεγάλων εξελίξεων, στην οικονομία, στην πολιτική, στο κλίμα, στις σχέσεις μεταξύ κοινωνιών».
Το απόσπασμα αυτό περιγράφει το περιεχόμενο του βιβλίο του Γιαννίτση με λίγα λόγια, αλλά συνάμα δίνει και μιαν εικόνα της στασιμότητας στην οποία εξακολουθούμε να βρισκόμαστε σε σχέση με την εποχή εκείνη.
ΣΤΑΥΡΟΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ
Με αυτό το βιβλίο ο Τάσος Γιαννίτσης υπερβαίνει τους καθιερωμένους δρόμους της αναπτυξιακής βιβλιογραφίας, εγχώριας και διεθνούς. Διανοίγει, από την οπτική γωνία του οικονομολόγου, ευρύ πεδίο διαλόγου και σύνθεσης, με άλλες κοινωνικές επιστήμες. Επιλέγει μία ιστορική προσέγγιση που αγκαλιάζει την μακρά διάρκεια της μεταπολεμικής Ελλάδας. Μετά από ανάλυση της ιστορικής πορείας της Ελληνικής οικονομίας, ο Τ. Γιαννίτσης ολοκληρώνει το βιβλίο με μία ειλικρινή και τολμηρή μελλοντολογία.
Ο Τ. Γιαννίτσης δεν είναι βέβαια απλός παρατηρητής-αναλυτής. Έχει εμπειρίες στη σχεδίαση, εφαρμογή και αξιολόγηση αναπτυξιακών πολιτικών, σε κρίσιμες στιγμές και ρόλους της Μεταπολίτευσης. Αυτό ωστόσο δεν τον οδηγεί σε παράθεση πεπραγμένων. Το έργο ωθείται από κρίσιμα ερωτήματα, συνθέτοντας φυσικά και τις εμπειρίες του συγγραφέα.
Δείτε περισσότερα
Πυρήνας του έργου είναι ο ιστορικός κύκλος «Εκβιομηχάνιση, Αποβιομηχάνιση, Επαναβιομηχάνιση» συμπεριλαμβάνοντας στην τελευταία φάση και τον τομέα των υπηρεσιών, που έχει πια «βιομηχανοποιηθεί». Κατευθυντήριο ερώτημα είναι το τι χρειαζόταν και τι εμπόδισε την ενσωμάτωση τεχνολογιών αιχμής που θα εξασφάλιζαν ανταγωνιστικότητα, και ανανέωση του εγχώριου παραγωγικού συστήματος, μετά την ένταξη στην ΕΕ.
Ο Τ. Γιαννίτσης αναγνωρίζει το παραγωγικό σύστημα όχι μόνον ως εργαλείο αλλά και ως ισχυρό κοινωνικό πομπό αντιλήψεων που διαπλάθουν επιχειρηματικότητα, αναπτυξιακές προσδοκίες, και πολιτική. Η ικανότητα των φορέων του παραγωγικού συστήματος να διανοίγουν ευκαιρίες, να εφευρίσκουν καινοτομίες και εργασιακές δεξιότητες, να διαμορφώνουν νέες πραγματικότητες και προσδοκίες, λειτουργεί ως υποστύλωμα αντιλήψεων και συμπεριφορών της κοινωνίας. Η «κουλτούρα» δεν είναι ποτέ αποκομμένη από την παραγωγή και την παραγωγικότητα.
Ο συγγραφέας διαιρεί τα 71 χρόνια, 1953-2024, σε 4 υποπεριόδους που μελετά με διαλεκτική προσέγγιση: Τι κληροδότησε καθεμιά στην επόμενη, και πως κάθε επόμενη αναδέχθηκε τα κληροδοτούμενα.
Με αφετηρία τη νομισματική σταθεροποίηση (1953), επόμενα ορόσημα είναι η Μεταπολίτευση (1974), η ΟΝΕ στο μεταίχμιο του 21ου αιώνα, η κρίση χρέους του 2010-12. Ο Τ. Γιαννίτσης δεν είναι οπαδός της εθνοκεντρικής ανάγνωσης των οροσήμων. Ενσωματώνει στην ανάλυσή του και διεθνή τεκταινόμενα.
Λόγου χάριν, η Μεταπολίτευση πραγματοποιήθηκε εν μέσω κρίσεων και ανατροπών στο διεθνές στερέωμα: Ενεργειακή κρίση, στασιμοπληθωρισμός, ελευθέρωση αγορών κεφαλαίου. Ο Τ. Γιαννίτσης γράφει με επίγνωση των διεθνών ανακατατάξεων.
Η αποβιομηχάνιση (που στην Ελλάδα εκδηλώθηκε σκληρά κατά την πρώιμη Μεταπολίτευση) βιώθηκε τότε ως γενική τάση στην ανεπτυγμένη Δύση. Οδήγησε σε ορμητική αναζήτηση νέων παραγωγικών και τεχνολογικών προτύπων και νέων τόπων επένδυσης όπου αναζητούνταν κατάλληλο εργατικό δυναμικό.
Το επόμενο ορόσημο – το γύρισμα του αιώνα στα πρόθυρα της ΟΝΕ – ήταν πιο φωτεινό. Η ένταξη στην ΟΝΕ υποσχόταν θετικές επιδράσεις. Κατάφερε να γίνει εθνικός στόχος με γενικότερη πολιτική συναίνεση. Η χώρα, ικανοποίησε τις προϋποθέσεις ένταξης, πετυχαίνοντας μία εντυπωσιακή σταθεροποίηση που περιέλαβε ένα ισχυρό επενδυτικό κύμα και οικονομική μεγέθυνση που η χώρα είχε να δει επί δεκαετίες.
Το επόμενο ορόσημο ήταν όμως δυστοπικό, σήμανε ίσως την μεγαλύτερη οικονομική ανατροπή από τα χρόνια του πολέμου. Ο Τ. Γιαννίτσης εκτιμά ότι η κρίση χρέους έσβησε πολλά χρόνια αναπτυξιακών προσπαθειών. Ο αναπτυξιακός διάδρομος της χώρας έκλεισε βίαια.
Η ελληνική κοινωνία αντιμετώπισε την δυστοπική πραγματικότητα με έκπληξη, δυσθυμία και αγανάκτηση. Ωστόσο προειδοποιητικά σήματα υπήρχαν. Επικράτησε όμως έρπουσα επανάπαυση που κατέληξε σε απρονοησία.
Έχοντας περιγράψει τα ορόσημα, ας εντοπίσουμε κινητήριους ή αποτρεπτικούς αναπτυξιακούς μηχανισμούς των περιόδων ανάπτυξης στη μακρά εξελικτική πορεία που εξετάζει το βιβλίο.
Το ελληνικό «οικονομικό θαύμα» της εκβιομηχάνισης και ταχείας μεγέθυνσης των ετών 1953-71 ήταν αναπτυξιακή επιτυχία με διεθνή αναγνώριση. Είχε ωστόσο ιδιότυπα γνωρίσματα. Οι θεσμοί της Πολιτείας ενσωμάτωναν την μετεμφυλιακή διαίρεση της κοινωνίας, με αρνητικά ψυχολογικά κοινωνικά και οικονομικά αποτελέσματα.
Η επιτυχής εκβιομηχάνιση που εκκινούσε από υποκατάσταση εισαγωγών, πατούσε σε δύο βάσεις: Στη χρηματοδότηση από αμερικανική βοήθεια και στο στενό πολιτικό έλεγχο της οικονομίας, που ήταν τύπος κεντρικού σχεδιασμού: Αστυνομική ρύθμιση της αγοράς εργασίας, ασφυκτικός έλεγχος στην κατανομή κεφαλαίων, συναλλαγματικοί – δασμολογικοί – αγορανομικοί περιορισμοί. Η ελεγχόμενη οικονομία – ιδίως η κατανομή κεφαλαίων – δημιούργησε και επιχειρήσεις «εθνικούς πρωταθλητές» που προστατεύονταν όμως από δασμολογικό τείχος.
Αυτό το υπόδειγμα της επιτυχίας δεν μπορούσε να λειτουργήσει σε όρους διεθνούς αγοράς, Η προσδοκία ένταξης στην ΕΕ συνοδευόταν αναγκαστικά από μεγάλες ανάγκες προσαρμογής. Το δράμα του τέλους του οικονομικού θαύματος επιστεγάσθηκε από το πάγωμα της Συνθήκης Σύνδεσης και της σχετικής διαδικασίας προσαρμογής, επί Δικτατορίας.
Εξ ορισμού βέβαια ήταν επίσης αδύνατον οι πολιτικοί όροι εκείνης της παλαιάς επιτυχίας να αναπαραχθούν στην κοινωνία της Μεταπολιτευτικής Δημοκρατίας. Κληρονομήθηκε ωστόσο ένας κρατικός μηχανισμός και ένα πλέγμα αντιλήψεων γαλουχημένο επί τρείς δεκαετίες στον έντονο ρυθμιστικό κρατισμό που, εκτός των άλλων, είχε διαθρέψει γραφειοκρατία, διαπλοκές και θύλακες παραοικονομίας, π.χ. μαύρες αγορές εργασίας, συναλλάγματος κ.α.
Στη Μεταπολίτευση, με την αύρα ελευθερίας, τα ρεύματα δημοκρατίας, την έκρηξη διαλόγων, μορφοποιήθηκαν απαιτήσεις δικαιοσύνης και προσδοκίες ανάπτυξης που μαρτυρούσαν διάχυτη κοινωνική αισιοδοξία. Η αισιοδοξία όμως διαψεύσθηκε.
Οι εξωτερικές επιδράσεις που προανέφερα (πληθωρισμός, αποβιομηχάνιση) πίεζαν αρνητικά και επισώρευαν δυσχέρειες σε αναπτυξιακά εγχειρήματα. Η κοινωνική αισιοδοξία βαθμηδόν διαβρωνόταν. Εύστοχα επισημαίνει ο ΤΓ ότι η μη επίτευξη σταθερής οικονομικής ανόδου ενωρίς στη Μεταπολίτευση έστρεφε τα κοινωνικά αιτήματα από πίεση για πρόοδο σε αγώνες για διατήρηση κεκτημένων. Ενδυνάμωνε νοοτροπίες και ψευδαισθήσεις του τύπου ότι «όλα γίνονται αρκεί να υπάρχει ισχυρή πολιτική βούληση». Το πραγματικό αποτέλεσμα αντικρίσθηκε με εγκατάσταση της δημοσιονομικής χαλαρότητας στην οικονομική πολιτική.
Η δημοσιονομική «χαλαρότητα» που αρχικά, από το 1974, είχε λειτουργήσει ως εργαλείο οικοδόμησης εμπιστοσύνης στη δημοκρατική διακυβέρνηση, εγχαράχθηκε στο DNA της πολιτικής με ένα «εκλογικό-δημοσιονομικό κύκλο» που διήρκεσε αρκετές τετραετίες: Αυξημένα ελλείμματα σε εκλογικές χρονιές, ανεπαρκείς προσπάθειες συμμαζέματος μετεκλογικά: Αναπόφευκτη συνέπεια, η συσσώρευση δημόσιου δανεισμού. Κύριο αποτέλεσμα, η μεγάλη δημοσιονομική κρίση του 1990.
Η είσοδος στην ΕΕ απέφερε και εισροές δημοσίου ευρωπαϊκού χρήματος που προκαλούσαν θετικές ευκαιρίες και προσδοκίες. Ο Τ. Γιαννίτσης αναφέρεται σαφώς στην κακοδιαχείριση των πόρων αυτών. Είναι ενδιαφέρον όμως να θέσουμε το γενικότερο ερώτημα: Πώς επέδρασαν τελικά οι εισροές, όχι μόνον πραγματικά αλλά και ιδεολογικά στα συστήματα της κοινωνίας, το παραγωγικό και το καταναλωτικό. Η προσαρμογή του παραγωγικού προτύπου καθυστέρησε και πήγε σε λάθος κατεύθυνση, όπως πιστοποιεί ο Τ. Γιαννίτσης. Αντίθετα, η προσαρμογή του καταναλωτικού προτύπου της μεσαίας τάξης συνέκλινε ταχύτερα, να μην πω ταχύτατα, προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα αν και όχι στα ευρωπαϊκά επίπεδα δαπάνης.
Ο συνδυασμός παραγωγικών προτύπων που βραδυπορούσαν με καταναλωτικές προσδοκίες και ορέξεις που έτρεχαν, οδηγούσε κατευθείαν σε αδιέξοδα εξωτερικών ελλειμμάτων και υποτιμήσεις της δραχμής, όπως συνέβη στην 10ετία του 1980.
Ωστόσο, μετά την κρίση του 1989 επικράτησε γενική πολιτική συναίνεση για αυστηρή μακροοικονομική εξυγίανση. Αυτή μας πήγε με επιτυχία στο ευρώ το 2001. Η επιτυχία ήταν αξιοθαύμαστη. Κατάφερε να εξαλείψει πληθωρισμό 20ετίας και να προωθήσει μεγάλη επενδυτική επανεκκίνηση – δημόσια και ιδιωτική – από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, με ρυθμούς μεγέθυνσης που είχε να δει η χώρα από τη δεκαετία του 1970.
Όταν επιτέλους στερεώθηκε η συμμετοχή στην Ευρωζώνη, η συναίνεση και οι πειθαρχίες άρχισαν να χαλαρώνουν. Στη μεν πολιτική σφαίρα αναζητούνταν πλέον – μετά τη συναίνεση- ανανεωμένες αντιπολιτευτικές πλατφόρμες στο νέο περιβάλλον. Στη δε κοινωνία, έχω την γνώμη ότι όλοι αναζητούσαν επιβράβευση των θυσιών της σταθεροποιητικής προσπάθειας, και προεξόφληση των ωφελειών που υποσχόταν η θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Η υπερκατανάλωση και ο δανεισμός σε ευρώ συνέχισαν να υπερβαίνουν τις πραγματικές δυνατότητες.
Η κρίση χρέους του 2010-12 κατάφερε να «σβήσει» πρότερη οικονομική αναρρίχηση δεκαετίας. Ακόμη σήμερα η εισοδηματική απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει μεγάλη. Το επισημαίνει ο Τ. Γιαννίτσης.
Η γνωστή ασφαλιστική μεταρρύθμιση που πρότεινε ο υπουργός Εργασίας Τάσος Γιαννίτσης πολύ πριν την κρίση και που ακυρώθηκε από «κοινωνικούς αγώνες», ήταν λαμπρή εκδήλωση κοινωνικής μυωπίας που οδηγούσε ευθέως στην κρίση χρέους. Δεν συζητώ τις πικρίες και την απογοήτευση του συγγραφέα, όταν άκουγε όσα του καταμαρτυρούσαν τότε, ακόμη και από το εσωτερικό του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ, επειδή προειδοποιούσε για κινδύνους και επιζητούσε προνοητικότητα ….
Εκείνη η δοκιμασία, όμως, πιστεύω ότι τον προσγείωσε σε νέα πεδία στοχασμού: Την «κουλτούρα», κοινωνικές αντιλήψεις, νοοτροπίες και αξίες που εξηγούν το αν, το πώς και το πόσο μακριά ατενίζουν στο μέλλον οι κοινωνίες, και οι εξουσίες.
Ο Τ. Γιαννίτσης αφιερώνει πολλή συγγραφική ενέργεια και παράγει γόνιμα συμπεράσματα, γύρω από το μεγάλο και επίκαιρο ερώτημα της προνοητικότητας στην κοινωνία. Αναλύει τη ροπή των πολιτικών ελίτ να προσφεύγουν σε «εύκολες λύσεις που δεν ενοχλούν», και να θεωρούν ως κύριο έργο τη διαχείριση πολιτικού κόστους με εύκολες λύσεις που λειτουργούν στη λογική του εκλογικού κύκλου.
Οι ασυνέχειες, οι βραχυπρόθεσμες επιλογές και οι εύκολες λύσεις σχηματίζουν ακριβώς τον αντίποδα στο μεγάλο διακύβευμα με το οποίο καταλήγει ο Τ. Γιαννίτσης και που βέβαια προσυπογράφω απολύτως: Την εγκατάσταση και τη διάχυση της αρχής της προνοητικότητας στο κράτος και στην κοινωνία.
Η προνοητικότητα δεν είναι μόνον αρχή ηθικού χαρακτήρα. Είναι στρατηγική που διαμορφώνει πρακτικές επιλογές ανθεκτικότητας και προστασίας απέναντι σε απειλές που αναγνωρίζουμε ότι καραδοκούν. Αφορά όλους, από τα άτομα και τις οικογένειες, έως τις επιχειρήσεις και τους κρατικούς θεσμούς.
Οι μεγάλες απειλές που διαγράφονται σήμερα αρχίζουν από την κλιματική αλλαγή και καταλήγουν στη δημογραφία και τις γεωπολιτικές συρράξεις. Βαθμιαία τα αποτελέσματά τους διεισδύουν στην καθημερινότητά και η ανάγκη αντιμετώπισης τους εγγράφεται στην κοινωνική συνείδηση.
Οι κοινωνίες, τα κράτη, το γνωσιακό εποικοδόμημα το τεχνολογικό οπλοστάσιο, οφείλουν να ενσωματώσουν μία αξιακή μετάβαση προς το προβλεπτικό ερώτημα: Πώς επιδρούν οι σημερινές επιλογές κατανάλωσης, αποταμίευσης, επένδυσης και τεχνολογίας στις συνθήκες και δυνατότητες ύστερα από 5,7,10 χρόνια; Τι θα γίνει ευκολότερο και τι δυσκολότερο; Τα προνοητικά ερωτήματα πρέπει να επικοινωνούνται συνεχώς στο κοινωνικό σώμα.
Η δημιουργία κεφαλαιοποιητικών μηχανισμών, προγραμματικές συμφωνίες ιδιωτικού/δημόσιου, συναινετικές διαδικασίες δημοκρατικών δυνάμεων για συνέχεια πολιτικών, συναφείς διακρατικές συμφωνίες, είναι θεσμικές ενέργειες που θα στηρίξουν προνοητικές πολιτικές.
Η επέλευση κινδύνων με μακρύ χρονικό ορίζοντα δεν αντιμετωπίζεται με μεταβιβάσεις, αποζημιώσεις, επιδόματα. Αυτά οδηγούν σε ανταγωνισμούς μηδενικού αθροίσματος.
Αντιμετωπίζονται μόνο με προνοητικές επενδύσεις ικανές να παράγουν πλεονάσματα είτε σε χρηματική μορφή είτε σε μορφές κοινωνικής χρησιμότητας, ως δημόσια αγαθά που θα αποτρέπουν κινδύνους, θα οικοδομούν αντοχές και θα συγκροτούν εφεδρείες. Η ικανότητα προβλέψεων και σχεδιασμού αναπτύσσεται ήδη ταχύτατα από καινοτομίες στην οργάνωση δεδομένων και την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Φυσικά όλα αυτά ζητούν περισσότερη επεξεργασία και σύνδεση.
Διαβάζοντας τον Τάσο Γιαννίτση συμπεραίνω: Μία προνοητική κοινωνία, στην εποχή των μεγα-απειλών είναι μοναδικός δρόμος για τη διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής και της ανθεκτικής Δημοκρατίας.
ΠΑΝΟΣ ΤΣΑΚΛΟΓΛΟΥ
Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τους διοργανωτές για την πρόσκλησή τους να είμαι ένας από τους ομιλητές της σημερινής εκδήλωσης για την παρουσίαση του βιβλίου του Τάσσου Γιαννίτση με τίτλο «Ελλάδα, 1953–2024: Χρόνος και Πολιτική Οικονομία». Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν είναι απλώς μια συμβολή στην οικονομική ιστορία της χώρας μας. Είναι ταυτόχρονα μια μαρτυρία, μια αποτίμηση αλλά και μια προειδοποίηση.
Ο συγγραφέας έχει το προνόμιο να μιλάει όχι μόνο ως πανεπιστημιακός και ερευνητής, αλλά και ως άνθρωπος που υπήρξε ενεργός πολιτικός. Αυτό του επιτρέπει να συνδυάζει την επιστημονική ανάλυση με την εμπειρία της πράξης. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που καλύπτει εβδομήντα χρόνια – από το 1953 μέχρι σήμερα – που μας προκαλεί να δούμε καθαρά τόσο τις επιτυχίες όσο και τις αποτυχίες της πορείας μας.
Δείτε περισσότερα
Κατά την ταπεινή μου άποψη, ο Τάσος Γιαννίτσης κόσμησε τον δημόσιο βίο της χώρας μας. Άτομο μετριοπαθές, χαμηλών τόνων, που πάντα επεδίωκε το διάλογο με την αντίθετη άποψη, με έμφαση στο μακροχρόνιο ορίζοντα, αλλά και με επιμονή στην τεκμηρίωση των προτεινομένων προτάσεων πολιτικής.
Παραδόξως, το όνομα του Τάσου Γιαννίτση έχει συνδεθεί άρρηκτα με την τεράστια κρίση του βίωσε η χώρα μας την προηγούμενη δεκαετία. Και, μάλιστα, και με τα δύο σκέλη των «διδύμων ελλειμμάτων» – δηλαδή, προϋπολογισμού και ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών – που μας οδήγησαν στα Μνημόνια. Συνηθίζω να λέω ότι το πιστοποιητικό γέννησης της κρίσης δεν έχει ως χρονολογία το 2010, όταν η χώρα μας μπήκε στα Μνημόνια, αλλά το 2001, όταν η τότε κυβέρνηση απέσυρε το σχέδιο νόμου της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης που είχε ετοιμάσει ο Τάσος Γιαννίτσης. Σαν αποτέλεσμα, τα ελλείμματα του συνταξιοδοτικού συστήματος συνέχισαν να αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς – και, μάλιστα, πριν αρχίσουν να φαίνονται οι συνέπειες της δημογραφικής γήρανσης του πληθυσμού στην αγορά εργασίας – συμβάλλοντας καθοριστικά στη διόγκωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ενώ ταυτόχρονα επιβραδύνθηκε απογοητευτικά το πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που είχε ξεκινήσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, γεγονός που συνέβαλλε στην πτώση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και στη διόγκωση των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Όμως, η μετριοφροσύνη του Γιαννίτση δεν του επιτρέπει – κακώς κατά τη γνώμη μου – να κάνει εκτενή αναφορά σε αυτό. Η αποτυχία της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης του 2001 καλύπτεται σε λιγότερο από μισή σελίδα σε ένα βιβλίο 400 σελίδων και υπάρχουν και κάποιες ακόμα φευγαλέες αναφορές σε αυτήν σε διάφορα σημεία του βιβλίου.
Η ειδίκευση του ερευνητική Γιαννίτση είναι η Βιομηχανική Οργάνωση. Αυτό είναι κάτι που είναι εμφανές και στο βιβλίο. Ένα μεγάλο μέρος του αλλά και ο πυρήνας των επιχειρημάτων στρέφεται σε ζητήματα που αφορούν στην ανάπτυξη (αλλά και τη συρρίκνωση) της βιομηχανίας στη χώρα μας και στη σημασία της για την οικονομική ανάπτυξη.
Αυτό δεν είναι πρωτόγνωρο. Στα πρώτα στάδια της βιβλιογραφίας του κλάδου της Οικονομικής Ανάπτυξης πολύ συχνά η εκβιομηχάνιση σχεδόν ταυτιζόταν με την έννοια της ανάπτυξης. Υπάρχουν πολλοί λόγοι γι’ αυτό. Η βιομηχανία είναι τομέας υψηλής παραγωγικότητας, συνήθως με ισχυρές διασυνδέσεις με την υπόλοιπη οικονομία και συχνά σε άμεση σύνδεση με έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη, δηλαδή που έχουν ισχυρότατη συμβολή στο δομικό μετασχηματισμό της οικονομίας.
Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μεγάλα μέρη.
Στο πρώτο μέρος, ο συγγραφέας μας οδηγεί μέσα από τις μεγάλες φάσεις της οικονομικής πορείας της Ελλάδας. Παρακολουθούμε τη μετάβαση από την αγροτική οικονομία στη βιομηχανία, την αποβιομηχάνιση, την επικράτηση των υπηρεσιών, την περίοδο της ΟΝΕ και, τέλος, τη μεγάλη κρίση του 2009.
Στο δεύτερο μέρος, αναλύει τους καθοριστικούς παράγοντες που σφράγισαν αυτές τις εξελίξεις: την κρατική πολιτική και τις αντιφάσεις της, τις εισροές ξένων κεφαλαίων – τόσο με τη μορφή των ξένων άμεσων επενδύσεων όσο και με τη μορφή του δανεισμού – αλλά και οικονομικής βοήθειας, με τη μορφή των κοινοτικών πόρων, τη μεγάλη υστέρηση της ελληνικής οικονομίας στην τεχνολογική συσσώρευση• και, τέλος, την κουλτούρα (με την έννοια της νοοτροπίας) της Μεταπολίτευσης, μια κουλτούρα που άφησε βαθύ αποτύπωμα όχι μόνο στην πολιτική αλλά και στην καθημερινή συμπεριφορά μας και, προφανώς είχε σημαντικές συνέπειες στην αναπτυξιακή διαδικασία.
Ο συγγραφέας δίνει μεγάλη έμφαση στην έννοια της «πραγματικής οικονομίας». Δεν αρκεί να κοιτάμε ελλείμματα και πλεονάσματα. Πρέπει να δούμε την καρδιά της παραγωγής, την ανταγωνιστικότητα, την ικανότητα για καινοτομία και εξωστρέφεια. Γιατί, μακροχρονίως, από αυτά εξαρτώνται τα εισοδήματα, οι θέσεις εργασίας, αλλά και η κοινωνική συνοχή.
Ο Γιαννίτσης χωρίζει την υπό εξέταση περίοδο σε τέσσερις μεγάλες φάσεις.
Η πρώτη φάση (1953–1973), είναι η περίοδος της εκβιομηχάνισης. Η Ελλάδα, μια χώρα που βγήκε κατεστραμμένη από τον πόλεμο και τον εμφύλιο, μπαίνει σε τροχιά ανάπτυξης. Δημιουργούνται βιομηχανικές μονάδες, αναπτύσσονται οι υποδομές, διαμορφώνεται μια νέα μεσαία τάξη. Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακούς ρυθμούς μεγέθυνσης. Όμως, όπως επισημαίνει ο Γιαννίτσης, η ανάπτυξη δεν ήταν χωρίς αντιφάσεις: οι ανισότητες παρέμεναν έντονες, ενώ στα τελευταία χρόνια αυτής της φάσης η πολιτική αστάθεια κορυφώθηκε με τη δικτατορία του 1967.
Κατά τη δεύτερη φάση (1974–1994) η δημοκρατία επανέρχεται στη χώρα, αλλά η οικονομική πορεία είναι μάλλον προβληματική. Η ένταξη στην ΕΟΚ το 1981 άνοιξε νέες δυνατότητες, με εισροές κοινοτικών πόρων και πρόσβαση σε νέες αγορές. Όμως η βιομηχανία συρρικνώνεται σαν αποτέλεσμα κυρίως της εξάλειψης της δασμολογικής της προστασίας που απολάμβανε ως τότε, ενώ το μερίδιο των υπηρεσιών στο ΑΕΠ αυξάνεται σημαντικά. Η αξιοποίησή των κοινοτικών πόρων δεν κρίνεται αποτελεσματική. Συχνά οι πόροι κατευθύνονταν σε κατανάλωση ή σε πελατειακές πολιτικές, με αποτέλεσμα το αποτύπωμά τους στην οικονομική ανάπτυξη να είναι περιορισμένο. Το κράτος διογκώθηκε, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε, ενώ η ανταγωνιστικότητα υποχωρούσε.
Η τρίτη φάση (1995–2007) είναι η περίοδος της εισόδου στην ΟΝΕ. Επικράτησε τότε η αίσθηση ότι η Ελλάδα μπαίνει στον «πυρήνα της Ευρώπης». Ο πληθωρισμός μειώθηκε, το νόμισμα σταθεροποιήθηκε, ο δανεισμός έγινε φθηνός. Υπήρξαν επιτυχίες: βελτίωση υποδομών, άνοδος του βιοτικού επιπέδου, επιτυχής διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Αλλά κάτω από την επιφάνεια, η χώρα κατανάλωνε περισσότερα απ’ όσα παρήγαγε. Η παραγωγικότητα παρέμενε χαμηλή, η τεχνολογική καινοτομία ήταν ανεπαρκής και το δημόσιο χρέος διογκώθηκε σημαντικά στα τελευταία χρόνια αυτής της φάσης.
Η τέταρτη φάση (από 2009 και μετά) είναι η περίοδος της κρίσης – η στιγμή της αλήθειας κατά τον συγγραφέα. Το οικονομικό υπόδειγμα κατέρρευσε. Το ΑΕΠ γνώρισε πρωτόγνωρη μείωση όχι μόνο για τα ελληνικά αλλά και για τα διεθνή δεδομένα για περίοδο ειρήνης, η ανεργία εκτινάχθηκε, το βιοτικό επίπεδο μειώθηκε δραματικά. Μια ολόκληρη δεκαετία χαρακτηρίστηκε από ύφεση, κοινωνική αναταραχή και πολιτική αστάθεια. Και, όπως τονίζει ο Γιαννίτσης, αυτή η κατάρρευση δεν ήταν τυχαίο γεγονός• ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα των συσσωρευμένων επιλογών δεκαετιών.
Μέσα από αυτήν την αφήγηση του βιβλίου, αναδεικνύονται τρία κεντρικά επιχειρήματα.
Πρώτον: Η Ελλάδα απέτυχε να οικοδομήσει μια συνεκτική και ανθεκτική στρατηγική ανάπτυξης. Οι βιομηχανικές πολιτικές υπήρξαν αποσπασματικές, η τεχνολογική συσσώρευση – τομέας στον οποίο ο συγγραφέας δικαιολογημένα δίνει πολύ μεγάλη σημασία – έμεινε πίσω και οι ευκαιρίες της ευρωπαϊκής ένταξης δεν αξιοποιήθηκαν όσο μπορούσαν και έπρεπε.
Δεύτερον: Ο ρόλος του κράτους ήταν αντιφατικός. Άλλοτε εμφανιζόταν ισχυρό και παρεμβατικό, άλλοτε αδύναμο και πελατειακό. Πολύ συχνά, η πολιτική προσανατολίστηκε όχι στην ενίσχυση της παραγωγής, αλλά στη διανομή προσόδων – άλλος ένας όρος που κατέχει κεντρική θέση στην ανάλυση του Γιαννίτση – σε βραχυπρόθεσμο κέρδος, σε αναβολή δύσκολων αποφάσεων.
Τρίτον: Η κρίση του 2009 ήταν το αποτέλεσμα όλων αυτών. Δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία». Ήταν η φυσική κατάληξη μιας πορείας όπου η χώρα στηρίχθηκε υπερβολικά στον δανεισμό, όπου η παραγωγικότητα υστέρησε, όπου οι θεσμοί δεν ενίσχυσαν την καινοτομία και τη γνώση.
Σε διάφορα σημεία του βιβλίου ο Γιαννίτσης επισημαίνει τέσσερεις παράγοντες που μας οδήγησαν στην κρίση αλλά και εμποδίζουν την ανάκαμψη της οικονομίας μας – δύο οικονομικούς και δύο πολιτικούς.
Οικονομικοί:
• Το υψηλότατο ποσοστό της ιδιωτικής κατανάλωσης στο ΑΕΠ και, συνακόλουθα, το χαμηλό ποσοστό των αποταμιεύσεων. Χωρίς επαρκείς αποταμιεύσεις είναι δύσκολο να χρηματοδοτηθούν οι επενδύσεις που είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη της οικονομίας.
• Ο μικρός αριθμός μεγάλων επιχειρήσεων. Είναι αυτές οι επιχειρήσεις που επιτυγχάνουν οικονομίες κλίμακος και σκοπού, συνήθως έχουν κατάλληλη κεφαλαιακή δομή και εξαγωγική δραστηριότητα αλλά και δραστηριότητες Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης. Κατά συνέπεια, έχουν υψηλότερη παραγωγικότητα από τις μικρότερες επιχειρήσεις και δίνουν καλύτερους μισθούς. Κατά μέσο όρο, αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για επιχειρήσεις με αλλοδαπή συμμετοχή στο κεφάλαιό τους.
Πολιτικοί:
9. Η βραχυπρόθεσμη οπτική (short-termism) που θεοποιεί την έννοια του βραχυπρόθεσμου πολιτικού κόστους εις βάρος των μακροχρόνιων προοπτικών.
10. Η, πολύ συχνά, οξύτατη πόλωση που εμποδίζει τον ουσιαστικό διάλογο, τη σύγκλιση απόψεων και τελικά τη συναίνεση που είναι αναγκαία σε πολλά πεδία πολιτικής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ανάλυση του βιβλίου για την κουλτούρα – με την έννοια της «νοοτροπίας» – που διαμορφώθηκε κατά τη Μεταπολίτευση. Παρά τις προοδευτικές κορώνες, η ελληνική κοινωνία αποδείχθηκε βαθιά συντηρητική – με την έννοια ότι δείχνει σχεδόν αλλεργία στις αλλαγές – και έχει έντονα ατομιστικά χαρακτηριστικά. Ο συγγραφέας μιλά για μια «κουλτούρα «εύκολης ανάπτυξης». Μια κουλτούρα που βασίστηκε σε δανεικά, σε εύκολες προσόδους, σε πελατειακές σχέσεις. Μια κουλτούρα που συχνά απέφευγε τον ειλικρινή απολογισμό, που προτιμούσε τον εξωραϊσμό από την αυτοκριτική. Σημαντική επίσης είναι η παρατήρηση ότι αυτή η κουλτούρα οδήγησε στην απαξίωση του δημόσιου χώρου (όχι με τη γεωγραφική, αλλά με την ευρύτερη έννοια του όρου) και στην καχυποψία απέναντι στη συναίνεση. Η δυσκολία μας να βρούμε κοινό έδαφος σε μεγάλα θέματα – από την εκπαίδευση μέχρι το ασφαλιστικό – έχει τις ρίζες της σε αυτό το κλίμα. Ουσιαστικά, μόνο στα εθνικά θέματα υπάρχει συναίνεση και εκεί ακόμα όχι πάντα.
Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στο «τι δέον γενέσθαι». Ο Γιαννίτσης επιλέγει τέσσερεις στόχους και πολιτικές κατευθύνσεις:
1. Ισχυροποίηση του παραγωγικού συστήματος και της οικονομίας συνολικότερα – είναι πολύ κοντά σε αυτό που συχνά αποκαλούμε «αλλαγή παραγωγικού μοντέλου» 5
2. Αλλαγή στο μοντέλο διακυβέρνησης και ενσωμάτωση της λεγόμενης «αρχής της προνοητικότητας» στις επιλεγόμενες πολιτικές – αυτή είναι έννοια που χρησιμοποιείται ευρέως στα Περιβαλλοντικά Οικονομικά.
3. Αναπτυξιακή βιομηχανική πολιτική
4. Προστασία της δημοκρατίας
Δύσκολα θα μπορούσε να διαφωνήσει κανείς με αυτούς τους στόχους. Όμως, το ερώτημα είναι πως επιτυγχάνονται αυτοί οι στόχοι. Στο σημείο αυτό οι προτάσεις του συγγραφέα είναι περισσότερο γενικές παρά συγκεκριμένες (σωστά κατά τη γνώμη μου, εφόσον το βιβλίο δεν είναι κομματικό ή άλλο μανιφέστο).
Σε γενικές γραμμές διαβάζοντας το βιβλίο μου έμεινε μία αίσθηση απαισιοδοξίας. Δεν θα ισχυρισθώ ότι τα πράγματα είναι ρόδινα, αλλά θα προτιμούσα να έβλεπα το ποτήρι μισογεμάτο παρά μισοάδειο, τουλάχιστον για το μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Αναμφίβολα, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η οικονομία μας – και η χώρα μας, γενικότερα – είναι πολλές. Η χώρα πέρασε μία βαθύτατη κρίση. Οι περισσότεροι δείκτες είναι ακόμα κάτω από τα επίπεδα του 2008. Όμως, η οικονομία σταδιακά ανακάμπτει και η θέση της χώρας βελτιώνεται τόσο σε απόλυτους όσο και, σε πολλές περιπτώσεις, σε σχετικούς όρους, κάτι που γίνεται εμφανές και από τα στοιχεία που παραθέτει στο βιβλίο ο συγγραφέας. Το ζητούμενο – και σε αυτό συμφωνώ απολύτως με τον Γιαννίτση – είναι να παραμείνει η χώρα στο μονοπάτι των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (όχι μόνο οικονομικών) αλλά και να επιταχύνει το ρυθμό της. Δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο.
Εν κατακλείδι, κατά την άποψή μου το βιβλίο του Τάσου Γιαννίτση είναι ιδιαίτερα χρήσιμο όχι μόνο για οικονομολόγους ή ιστορικούς, αλλά για κάθε πολίτη που θέλει να κατανοήσει πώς φτάσαμε ως εδώ και τι διακυβεύεται για το μέλλον μας. Είναι ένα κάλεσμα σε ειλικρίνεια, σε αυτογνωσία, σε δράση.
Καλοτάξιδο!
ΤΑΣΟΣ ΓΙΑΝΝΙΤΣΗΣ
Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τους ομιλητές που προηγήθηκαν. Πρώτα απ’ όλα, ιδιαίτερα, την τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τέως Πρόεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας, κυρία Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Ήταν πολύ μεγάλη τιμή για εμένα η αποδοχή της να συμμετάσχει στην εκδήλωση αυτή. Επιπλέον, θεωρώ, ότι η κυρία Σακελλαροπούλου, πέρα από το πρόσωπό μου, τίμησε κάτι πολύ ευρύτερο, που μας αφορά όλους: τιμά τον βαθύτερο προβληματισμό για τις εξελίξεις στη χώρα μας και την αναζήτηση απαντήσεων σε ερωτήματα που σχετίζονται με το μέλλον της κοινωνίας μας, χαρακτηριστικό που συνοδεύει τη μακρά πορεία της και τη συνεχή συμβολή της στα κοινά. Επιπλέον, θέλω να της εκφράσω τις βαθύτατες ευχαριστίες μου γιατί δέχθηκε να ασχοληθεί με ένα θέμα, το οποίο σίγουρα δεν της είναι από τα πιο οικεία και πρέπει να απαίτησε αρκετό από το χρόνο της.
Δείτε περισσότερα
Να ευχαριστήσω, κατά αλφαβητικά σειρά, τον συνάδελφο καθηγητή Σταύρο Θωμαδάκη, ο οποίος πολλούς μήνες πριν το τέλος της γραφής δέχθηκε να διαβάσει το κείμενό μου και να μου κάνει πολλές, αναλυτικές και ουσιαστικές επισημάνσεις, που βοήθησαν σημαντικά στην επεξεργασία και βελτίωση της ανάλυσής μου. πολλά γραπτά του κείμενα βιβλία ή άρθρα, ακόμα και ο τρόπος προσωπικής λειτουργίας του μου ήταν συχνά χρήσιμα για το πώς και τι να γράψω.
Στον, επίσης, συνάδελφο καθηγητή Κώστα Κωστή οφείλω πολλά. Παρά τις πολλές πιέσεις που είχε, έγραψε έναν πρόλογο για την ανάλυσή μου, το ευρύτερο συγγραφικό μου έργο και συνολικότερα το πρόσωπό μου, που είναι πολύ κολακευτικά, αλλά και εξαιρετικά γενναιόδωρα. Διαβάζοντας γύρω στις τρεις εκατοντάδες σελίδες με βοήθησε ιδιαίτερα στην ολοκλήρωση της συγγραφής μου.
Όμως, του οφείλω ευχαριστίες και για κάτι πολύ βαθύτερο, που δεν το γνωρίζει καν. Πριν αρκετά χρόνια συζητούσαμε ένα αυγουστιάτικο βράδυ. Φτάσαμε σε αναφορές μου σε περιστατικά που είχα ζήσει στη διάρκεια που συμμετείχα σε κυβερνήσεις. Με παρότρυνε να τα γράψω. Κατ΄ αρχάς δεν ήταν κάτι που με ενθουσίαζε. Όμως, τότε, μου έδωσε την ιδέα να καταγράψω πράγματα πολύ διαφορετικά από αυτά που εννοούσε. Έτσι, έφτασα να καλύψω την οικονομική-πολιτική πορεία της χώρας σε μια χρονική διάρκεια, που σχεδόν ταυτιζόταν με το χρόνο της ζωής και των βιωμάτων μου. Του χρωστάω την ιδέα που με υποκίνησε.
Να ευχαριστήσω τον συνάδελφο καθηγητή Πάνο Τσακλόγλου, με τον οποίο έχουμε πολλά κοινά στον επιστημονικό χώρο και στο πεδίο ιδεών και μακρά φιλία. Την παρουσία του εδώ την επισφραγίσαμε 2,5 χρόνια πριν. Επίσης, είναι ένα από τα πρόσωπα που σκέφτομαι συχνά, όταν πρέπει να απαντήσω σε απαιτητικούς επιστημονικούς χειρισμούς.
Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω στην Άννα Πατάκη, τον εκδοτικό οίκο και τα στελέχη του. Τους ταλαιπώρησα, και όχι μόνο δεν υπήρξε ίχνος προβλήματος μεταξύ μας, αλλά είχαμε μια εξαιρετική συνεργασία με όλους και βοήθησαν σημαντικά σε όλα.
Να ευχαριστήσω επίσης όλους εσάς εδώ για την παρουσία σας και το ενδιαφέρον σας.
Μετά τις ευχαριστίες, θα αναφερθώ σε κάποια χαρακτηριστικά ή μηνύματα που σχετίζονται με το βιβλίο το ίδιο. Αρκετά αναφέρθηκαν ήδη και θα ήταν αδύνατο σε λίγα λεπτά να δώσω μια πολύ διαφορετική εικόνα από αυτήν που ήδη πήρατε. Προτίμησα μια προσέγγιση, που μπορεί να σας δείξει οπτικές που ίσως δεν έχετε σκεφτεί και θα αναφέρω 8 σημεία, ορισμένα εντελώς τηλεγραφικά:
1. Το βιβλίο έχει στον τίτλο του τις λέξεις «χρόνος και πολιτική οικονομία». Η έννοια του χρόνου δεν περιλαμβάνεται τυχαία στον τίτλο. Παραπέμπει σε μια οριζόντια γραμμική διάσταση που διατρέχει και εκφράζει τη σύνδεση εξελίξεων και παραγόντων στο μακρύ χρόνο που εξετάζεται. Υποδηλώνει, έμμεσα, και τις διακυμάνσεις που χαρακτηρίζουν την πραγματικότητα, οι οποίες, ακόμα και αν εκφράζουν ασυνέχειες, σχετίζονται με την επίδραση του παρελθόντος στο εκάστοτε σήμερα ή το μέλλον.
2. Το εύρος της περιόδου και άλλων αναλύσεων που έχουν γίνει για την περίοδο αυτή με οδήγησε στο να ακολουθήσω μια εκλεκτική διαδρομή. Έδωσα έμφαση σε θέματα στα οποία θεώρησα ότι μπορούσα να προσθέσω στον προβληματισμό, και άφησα στην άκρη ζητήματα, σχέσεις και σκέψεις που είναι πολύ γνωστά. Αποτιμήσεις κυβερνήσεων και οικονομικών ή άλλων πολιτικών, όπως και προσώπων που έπαιξαν σοβαρό ρόλο σε εξελίξεις απορρέουν μέσα από την ανάλυση των εξελίξεων της οικονομίας, των προβλημάτων, των επιτυχιών και αποτυχιών. Ο αναγνώστης έχει κρίση, που θα του επιτρέψει να συνάγει συμπεράσματα για ό,τι έγινε. Άλλωστε, τα συμπεράσματα δεν είναι ίδια για τον καθένα μας.
3. Οι επιμέρους φάσεις των εβδομήντα χρόνων είχαν ένα κοινό παρονομαστή: στηρίχθηκαν σε κινητήριες δυνάμεις, που όταν, για διάφορους λόγους, σταμάτησαν να λειτουργούν, προκάλεσαν καθίζηση της οικονομίας: το 1974, το 1985, το 1989, το 1993, το 2009. Το μεγάλο κενό αφορούσε μια αποτελεσματική και ανθεκτική πολιτική catch-up, δηλαδή σταδιακής κάλυψης των αναπτυξιακών κενών με άλλες χώρες και σύγκλισης προς κοινωνίες που τα είχαν καταφέρει καλύτερα. Δεν δόθηκε σημασία, ότι ανάπτυξη, σύγκρουση για το νεωτερικό, και προσέγγιση της χώρας προς τις «επάνω» κοινωνίες είναι μια αέναη διαπάλη παλιού και νέου, όπου κάθε χαλαρότητα, διάλειμμα, παραίτηση ή αντίσταση στο ευρύτερο γίγνεσθαι οδηγεί στην εμπλοκή, και η εμπλοκή σε δυσκολότερες συνθήκες.
4. Στη μεγάλη αυτή διαδρομή, υπήρξαν στιγμές, κυρίως, αλλά όχι μόνο, στις δύο πρώτες δεκαετίες της Μεταπολίτευσης, στις οποίες ο συνδυασμός εθνικών και διεθνών ανατροπών ωθούσε την ιστορία προς κατευθύνσεις, που ούτε ήξερε κανείς από πριν πού οδηγούσαν, ούτε τι δυσκολίες θα έφερναν, ούτε με ποιες πολιτικές και εργαλεία θα αντιμετωπίζονταν, γιατί απλούστατα ήταν πρωτόγνωρες και απαιτούσαν θεωρήσεις που μόνο αργότερα μπορούσε κανείς να δει πιο καθαρά. Το δίλημμα που έχει να απαντήσει κανείς, είναι πόσο εφικτό ήταν, και με τι πολιτικές συνέπειες, να πει κανείς σε μια κοινωνία που για δεκαετίες είχε πιεστεί ασφυκτικά, ότι οι θετικές οικονομικές και κοινωνικές ρυθμίσεις που είχαν μεσολαβήσει είτε το 1974-1980, είτε, ιδίως, μετά το 1981, έπρεπε να παγώσουν ή να ακυρωθούν, γιατί από διεθνοπολιτική και οικονομική άποψη, το σκηνικό είχε ανατραπεί; Σε ποιο βαθμό και για ποιους λόγους θα μπορούσε μια ιστορική φάση και οι πρωταγωνιστές της πολιτικής να ξεφύγουν από τους καταναγκασμούς που τους κληρονόμησε το παρελθόν;
5. Στις περισσότερες περιόδους που εξετάζονται, κάθε κύκλος κρατικής παρέμβασης είχε ως αποτέλεσμα μια παροδική αντιμετώπιση των αποσταθεροποιητικών τάσεων και την επανεμφάνιση αδυναμιών (αδύναμη παραγωγικότητα και διεθνή ανταγωνιστικότητα, εξειδίκευση σε δραστηριότητες χαμηλής-μέσης παραγωγικότητας, π.χ. τουρισμός, εμπόριο, τρόφιμα, εστίαση, ακίνητη περιουσία, που και πάλι αντιμετωπίζονταν με μακροοικονομικές παρεμβάσεις (δημοσιονομική λιτότητα, συμπίεση μισθών, φορολογικά μέτρα, κ.ά.).
Έτσι, η οικονομία, σε όλη τη μακρά περίοδο 1974-2022 ακολούθησε μια παλίνδρομη κίνηση με μορφή ελλειπτικής τροχιάς -μιας κίνησης stop and go, που αρχικά οδηγούσε τη χώρα προς τα εμπρός, όμως ταυτόχρονα την οδηγούσε και σε προβληματικές συνθήκες, από τις οποίες νομίζαμε ότι είχαμε ξεφύγει. Η ελληνική οικονομία βρέθηκε σε πολλές στιγμές (1985-87, 1990, 1993-1994 και, βεβαίως, μετά το 2010) στην ανάγκη να «σπάσει» τον κύκλο αυτό με προγράμματα λιτότητας και περιοριστικών μακροοικονομικών πολιτικών. Κάθε φορά, μετά τα πρώτα θετικά αποτελέσματα των πολιτικών αυτών, ακολουθούσε ξανά μια νέα περίοδος διολίσθησης προς τα ίδια προβληματικά χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν.
6. Σε όλη την περίοδο 1974-2009, σημειώθηκε μια επικέντρωση της πολιτικής σε πολιτικές που επηρέαζαν την κατανομή του εισοδήματος με κριτήριο τις ισορροπίες δύναμης στην κοινωνία. Ειδικότερα, η πολιτική κατ΄ επανάληψη παρενέβη μέσω φορολογικών και άλλων μέτρων στη διανομή του εισοδήματος. Θα έλεγε κανείς, ότι αυτό ήταν αναγκαίο λόγω της ανάγκης συγκρότησης Κοινωνικού Κράτους μετά το 1981, που μέχρι τη δεκαετία του 1980 ήταν αναιμικό. Το πρόβλημα είναι ότι, με εξαιρέσεις, σε πολλές περιπτώσεις, οι παρεμβάσεις αυτές δεν έχουν ως στόχο την άσκηση κοινωνικής πολιτικής, αλλά μιας πελατειακής εξυπηρέτησης, που δεν συνδέεται με κανένα κοινωνικό κριτήριο. Κομματικά ή προσωπικά πολιτικά οφέλη κυριαρχούν σε βάρος των συλλογικών αναγκών.
7. Επικράτησαν πολιτικές των «εύκολων επιλογών» (δάνεια, οικοδομή, ακίνητα, συνεχείς νομιμοποιήσεις παραβάσεων) ως κεντρικό χαρακτηριστικό όλων των πολιτικών που ακολουθήθηκαν, με αποτέλεσμα την κατάρρευση το 2009 και την υποχώρηση της σχετικής θέσης της χώρας στην προτελευταία θέση της Ε.Ε..
8. Ίσως, η πιο σημαντική συνέπεια όλων αυτών των χαρακτηριστικών ήταν η απώλεια της εμπιστοσύνης ως προς την ικανότητα της πολιτικής και των ελίτ της χώρας να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα του αύριο. Πριν λίγες δεκαετίες, κυριαρχούσε η βεβαιότητα, ότι είτε η ελεύθερη Αγορά, είτε το Κράτος ήταν οι ιδανικοί φορείς/μοχλοί για να αντιμετωπίσουν τα οικονομικά, τουλάχιστον, προβλήματα. Η βεβαιότητα αυτή έχει υποστεί κρίσιμα ρήγματα και από τις δύο πλευρές.
Το καταληκτικό κεφάλαιο του βιβλίου αφορά τις «κινητήριες δυνάμεις της εξέλιξης σήμερα και σκέψεις για το αύριο». Όλες οι διαπιστώσεις για το παρελθόν έχουν σημασία προκειμένου να ξεπεράσουμε λάθη και αδυναμίες του παρελθόντος και να επικεντρωθούμε στην αντιμετώπιση των σημερινών ή και αυριανών απειλών μας. Θεωρώ, ότι σήμερα τα μεγάλα μας ρίσκα είναι πολλά, είναι παράλληλα, θέτουν πρωτόγνωρες απαιτήσεις και ότι στις επόμενες δύο τρεις δεκαετίες η εξέλιξη κάθε χώρας θα προσδιοριστεί από το είδος του Κράτους και διακυβέρνησης που θα έχει. Βλέπω την πιεστική ανάγκη τεσσάρων, τουλάχιστον, μεγάλων αλλαγών:
• Την ισχυροποίηση του παραγωγικού μας συστήματος,
• Μεγάλες αλλαγές στο υπόδειγμα διακυβέρνησης,
• Την ανάγκη μιας αναπτυξιακής-βιομηχανικής πολιτικής σε σημερινή βάση, και
• Την προστασία της δημοκρατίας και των ευάλωτων στρωμάτων.
Σε τέτοιες συνθήκες, το κράτος και το πολιτικό σύστημα πρέπει να κάνουν αυτό που δεν έκαναν για δεκαετίες: να ασκήσουν ολοκληρωμένη πολιτική σε ένα ευρύ πεδίο θεμάτων, με κριτήριο τους πιο σημαντικούς μεσο-μακροπρόθεσμους συλλογικούς-κοινωνικούς στόχους και όχι τα βραχυπρόθεσμα, κοινωνικά ασήμαντα, κομματικά-πολιτικά οφέλη. Προφανώς όχι σε κάποια ιδεατή μορφή, αλλά, πάντως με ουσιαστικά αποτελέσματα. Τέτοιες αλλαγές θα συνιστούσαν, όμως, μια πολύ σημαντική τομή σε βαθιά εμπεδωμένες ισορροπίες συμφερόντων, αντιλήψεις, ιδεολογικά στερεότυπα και ανατροπές κουλτούρας, που έχουν γίνει αναπόσπαστο τμήμα της ομαλής λειτουργίας της και για το λόγο αυτό παραμερίζονται συστηματικά.
Είναι ρεαλιστικό να θεωρεί κανείς, ότι μπορούν να γίνουν όλα αυτά ή έστω τμήμα τους, ή μήπως αυτά είναι μια «άσκηση επί χάρτου»; Ίσως. Το πρόβλημα είναι, ότι οι συνέπειες μιας πολιτικής αδιαφορίας ή αδυναμίας στην αντιμετώπιση των κρίσιμων προβλημάτων μας έχει αρνητικές επιδράσεις, που κάθε άλλο παρά ασκήσεις επί χάρτου είναι.
Η απάντησή μου στο ερώτημα είναι ότι πλέον δεν έχουμε την πολυτέλεια να έχει το τρίγωνο «ακινησία-αδιαφορία-διαφθορά» τόσο βάρος στη λειτουργία της χώρας. Ή. Μάλλον, την έχουμε, αλλά με τις αναπόφευκτες επιπτώσεις. Με την οικονομική κρίση, τη δημογραφική κρίση και πολλά άλλα, βλέπουμε πόσο ξαφνιαζόμαστε και γινόμαστε αρνητικοί, όταν κάποια στιγμή αποκαλύπτονται τα μεγάλα μας προβλήματα. Μέχρι τη στιγμή της αποκάλυψης σημαντικών προβλημάτων κανείς δεν ενδιαφέρεται να γίνει κάτι ουσιαστικό, και από τη στιγμή εκείνη, εξ αντικειμένου, κάθε πολιτική παρέμβαση γίνεται πολλαπλάσια δύσκολη. Και στις δύο περιπτώσεις προκύπτει αδιέξοδο.
Για να ολοκληρώσω, προσπάθησα να συνθέσω ένα αφήγημα που να εξηγεί μια μακρά πορεία της κοινωνίας μας, των ανθρώπων που την έζησαν -όλων μας-, τις προσδοκίες τους, τις σκέψεις, τους στόχους και τους τρόπους που λειτούργησαν οι ηγεσίες, οι ισχυροί και οι απλοί πολίτες ή κοινωνικά σύνολα. Δεν έχω καμμιά αμφιβολία, ότι μέσα σε όλα αυτά είναι πολύ πιθανό ή και βέβαιο, ότι λειτουργούν υποκειμενικά στοιχεία. Όμως, υποκειμενικά στοιχεία λειτουργούν σε όλους και σε κάθε περίπτωση.
Τελικώς, όλα αυτά ίσως σας φαίνονται ως ένας σωρός «ατάκτως ερριμμένων» σκέψεων και συνειρμών. Είναι. Προσπάθησα, όμως, να επιτύχω μια ισορροπία, η οποία θα δείχνει ότι ένα σύνθετο βιβλίο δεν είναι αποκλειστικά προϊόν σκέψης και επιστημονικής θεώρησης, αλλά περιλαμβάνει και αναρίθμητες στιγμές διαφορετικής φύσης. Από πολλές πλευρές, η πραγματικότητα δεν είναι ίδια, ούτε διαβάζεται με τον ίδιο τρόπο από όλους. Το σύνολο όμως αυτών των υποκειμενικών στοιχείων, σκέψεων και αισθημάτων μέσα μας είναι που μας κάνει να διαφέρει η έκφρασή μας από ό,τι θα μας έδινε μια μηχανή αναζήτησης της τεχνητής νοημοσύνης.
Δημοσιεύματα από τον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο για την παρουσίαση
«Ξεκλειδώνοντας» 70 χρόνια πολιτικής οικονομίας – Τα σκληρά μηνύματα της εκδήλωσης Γιαννίτση – ΤΟ ΒΗΜΑ
Το νέο βιβλίο Γιαννίτση, το μήνυμα Σακελλαροπούλου και η παρουσία της… | thetoc.gr
Κατερίνα Σακελλαροπούλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Τ. Γιαννίτση: Η απονομή γίνεται μόνο στα δικαστήρια | Παραπολιτικά
«Ελλάδα 1953 -2024: Χρόνος και Πολιτική Οικονομία» – Το νέο βιβλίο του Τάσου Γιαννίτση παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής | Πρώτο Θέμα
Κατερίνα Σακελλαροπούλου στην παρουσίαση βιβλίου Τάσου Γιαννίτση: «Η δικαιοσύνη απονέμεται μόνο στα δικαστήρια» | Athens Voice
«Ελλάδα 1953 -2024: Χρόνος και Πολιτική Οικονομία» – Παρουσιάστηκε το νέο βιβλίο που έγραψε ο Τάσος Γιαννίτσης | Ειδήσεις για την Οικονομία | newmoney