Στη φετινή επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου φόρεσα ένα κόκκινο μπλουζάκι, άφησα ένα κόκκινο γαρίφαλο στην πύλη της Πατησίων και διάβασα τις Μέρες που δακρύζουν της Αλεξάνδρας Μητσιάλη. Κι εκεί, ο παππούς της Μυρσίνης και του Αχιλλέα, των δύο ηρώων των οποίων παρακολουθούμε τις ζωές τέσσερις μέρες πριν την εξέγερση, λέει: «Όταν διδάσκουμε την υποταγή σε αλήθειες που παρουσιάζουμε ως αυτονόητες, αποκλείοντας τη λογική επεξεργασία, δουλεύουμε για την αποδοχή της κάθε προπαγάνδας και την τελική επιβολή της παράνοιας».
Η φράση αναφέρεται στον παραλογισμό της χούντας, αλλά περιγράφει επίσης τον τρόπο με τον οποίο κάθε αυταρχισμός απλώνεται σαν σκιά πάνω από μια κοινωνία. Όταν οι άνθρωποι συνηθίζουν σε ό,τι τους δίνεται έτοιμο, όταν παύουν να επεξεργάζονται, να αμφισβητούν, να σκέφτονται, τότε η παράνοια δεν χρειάζεται να επιβληθεί με τη βία· έρχεται μόνη της, σαν φυσικό επακόλουθο της πνευματικής ακινησίας.
Πνευματικό ανάχωμα της Μυρσίνης είναι οι νοερές συζητήσεις της με τον δάσκαλό της, τον Εγγονόπουλο, ο οποίος της είχε μάθει τρεις απλούς, καθαρούς κανόνες της αρχιτεκτονικής: «Ό,τι κάνετε πρέπει πρώτα απ’ όλα να στέκεται, δεύτερον να λειτουργεί, τρίτον να είναι όμορφο». Σε μια εποχή όπου τίποτα δεν «στέκεται» και τίποτα δεν λειτουργεί παρά μόνο ως εργαλείο εξουσίας, όπου η ομορφιά έχει εξοριστεί γιατί δεν ταιριάζει με τη βία, η αναζήτηση αυτών των αρχών μοιάζει με πράξη αντίστασης — όχι μόνο στην αρχιτεκτονική αλλά και στον κόσμο που προσπαθούμε να χτίσουμε γύρω μας.
Η ηρωίδα όμως κάνει και πραγματικές συζητήσεις — όπως με τη φίλη της, τη Λίζα, που της άρεσε πολύ να ξηλώνει. «Να ξηλώνει, ας πούμε, μια φόδρα, ένα πουλόβερ, ένα καθεστώς». Η χούντα, σκέφτονται, είναι ένα «μαύρο, πνιγηρό, λερό πουλόβερ» που φοριέται αναγκαστικά και που τώρα είναι η ώρα να ξηλωθεί. Όταν φωνάζουν μαζί «Κάτω η χούντα», φαντάζονται την κατάληψη αυτή «να γίνει το νήμα που θα ξεφύγει από την πλέξη και θ’ αρχίσει να ξηλώνει» το καθεστώς. Η Λίζα, η Μυρσίνη και οι φίλες τους —μαζί με όλους όσοι συμμετείχαν— τραβούν η καθεμιά μια δική της κλωστή. Κι έτσι, σιγά σιγά, το πουλόβερ αρχίζει να ξηλώνεται. Και ξηλώθηκε. Και τους ευχαριστούμε.
Και επειδή πολύ συχνά λέμε πως ζούμε έναν παραλογισμό, διάβασα αυτά τα δύο σημεία του βιβλίου σαν μικρούς καθρέφτες του σήμερα: μια νοερή συνομιλία και μια πραγματική. Σαν να δείχνουν ότι η αποκατάσταση της λογικής αρχίζει από την εσωτερική συζήτηση με τη φωνή που μας θυμίζει τι σημαίνει να στέκεσαι, να λειτουργείς, να δημιουργείς ομορφιά — αλλά ολοκληρώνεται μόνο όταν αυτή η φωνή ξυπνήσει και ένα χέρι τραβήξει την πρώτη κλωστή.

