Οι «Ποδολάτρες» του Σπύρου Μαντζαβίνου[1] είναι ένα λοξό, ευρηματικό και παιγνιώδες πεζογράφημα για την εμμονή, τον πόθο, το φετίχ, ένας ύμνος στα γυναικεία πόδια αλλά, κυρίως, μια περιπέτεια ακρότητας αλλά και αγάπης[2].
Μέχρι που μπορεί να μας φθάσει ο έρωτας για έναν άνθρωπο ή για ένα χαρακτηριστικό του; Τι είναι αυτό που μας αιχμαλωτίζει, μας ακινητοποιεί και μας κινητοποιεί σ’ έναν άνθρωπο βγάζοντάς μας από τη συνήθη οπτική να τον αναγνωρίζουμε ως ξεχωριστό (άνθρωπο) για εμάς; Πόσο αδιάκριτο, επίμονο ή διορατικό μπορεί να γίνει ένα βλέμμα όταν συναντιέται με αυτή την προσωπική ματιά με τον άλλον; Ποιος βλέπει πρώτος τον άλλον και γιατί; Οι μανιώδεις, λεπτομερείς περιγραφές των γυναικείων ποδιών, και δη των πατουσών, που μας περιγράφει κατά περίπτωση ο Σπύρος Μαντζαβίνος στο βιβλίο του επιχειρούν επίμονα να ξεθαμπώσουν την εικόνα μας από το καθαρό αντικείμενο που είναι τα ξυπόλυτα πόδια και να καλύψουν το κενό μιας κανονικής συνομιλίας που δεν πραγματώνεται, ιδιαίτερα στις μέρες μας. Μιλάμε μέσα από τα media ή τις πλατφόρμες γνωριμιών αλλά δεν συνομιλούμε στην πραγματική ζωή ως ζωντανά πλάσματα.
Κι όμως! Τα πόδια για τον Μαντζαβίνο είναι ένας κώδικας σημείων και κινήσεων που, ενώ επαναλαμβάνονται ακαταπαύστως και αενάως ως εμμονή, όπως είναι εξάλλου όλες οι σωματικές κινήσεις σε βαθμό να μη τους δίνουμε καμία σημασία, στους «Ποδολάτρες» είναι αφορμή ποίησης, έρωτα, αναγέννησης, αναφοράς αλλά και σταδιακής μετατόπισης στο σημαινόμενο. Οι ξυπόλυτες γυναικείες πατούσες που περιφέρονται, σχεδόν εμμονικά, μέσα στο βιβλίο του αναδύουν την αρμονία, το σχήμα και την αισθητική τους σε τέτοιο βαθμό που η μοναδικότητά τους συλλαμβάνει το βλέμμα του παρατηρητή απροετοίμαστο κι άρα αθώο, ωστόσο, ενεό και έρμαιο της μορφής και της χάρης τους. Και, τότε, ο παρατηρητής σκύβει στις γυναικείες πατούσες, τις προσκυνά και μέσα από το πενάκι του χαράκτη τις ζωγραφίζει ολόκληρες, μαζί με το σώμα, το πρόσωπο, τα χέρια. Τους δίνει τη θέση τους από την κορυφή μέχρι τα νύχια για να έλθει στη συνέχεια ο κινηματογραφιστής και να κάνει πλάνο τα βήματά τους, ο συγγραφέας να βρει τον λόγο, να φτιάξει εξομολόγηση. Ένας ταπεινός θνητός που, απλά, είδε και περιγράφει την ταπεινότητά τους.
Χωρίς προκαταλήψεις που παραπέμπουν στο μεμπτό και το χυδαίο, το βιβλίο επιχειρεί να προσεγγίσει την ομορφιά δίνοντάς της σημασία και υπόσταση, Τίποτα να μη χαθεί απ’ όσα μεσολάβησαν ως ανάγλυφο από βήματα που πέρασαν και δεν θα ξαναγίνουν, βήματα που είναι ζωντανά, τώρα, ανάμεσά μας, αλλά και βήματα που θα ’ρθουν χωρίς εμάς. Στην πραγματικότητα, ο τίτλος του βιβλίου είναι μια αφορμή για ένα ταξίδι προς το μη ορατό, το έτρεπτον, το αυτώ καταληπτόν, το διηνεκές του έρωτα και της αναγνώρισης.
Αυτά τα λίγα σαν εισαγωγή και αρκετά περισσότερα και πιο αποκαλυπτικά στο podcast που ακολουθεί.
1. Ο Σπύρος Μαντζαβίνος γεννήθηκε το 1995 στην Αθήνα και κατάγεται από την Κεφαλλονιά. Σπούδασε Ιστορία και Κλασική Φιλολογία στο Tubingen της Βάδης Βυρτεμβέργης και σκηνοθεσία στη Σχολή Κινηματογράφου Σταυράκου. Έχει εκδώσει το βιβλίο με τίτλο «Μνηστηροφονία» (Καστανιώτης, 2018) και έχει σκηνοθετήσει την ταινία «Πανελλήνιον» που απέσπασε τρία βραβεία στο 26ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (2024): βραβείο του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών και της Επιτροπής Νεότητας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Είναι, επίσης, ζωγράφος και χαράκτης, συνεκδότης της εφημερίδας τοίχου «Αγκινάρα» και ραδιοφωνικός παραγωγός στο streetradio με την εκπομπή «Γλιστρίδα».
2. Οπισθόφυλλο βιβλίου
Η Ελένη Γουρνέλου είναι απόφοιτος του Τμ. Ευρωπαϊκού Πολιτισμού & Κοινωνική Ανθρωπολόγος. Εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου κι έχει συνεργαστεί ως παραγωγός με ραδιοφωνικούς σταθμούς και αρθρογραφήσει σε εφημερίδες της Λέσβου και της Σύρου.