Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται 200 χρόνια από την Έξοδο του Μεσολογγίου – μια ιστορική στιγμή που σηματοδότησε τον αγώνα για ελευθερία. Έχουν περάσει δύο αιώνες και, με τις θηριωδίες να μην έχουν τελειωμό, μοιάζει να μην έχουμε κατανοήσει ακόμα τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.
Μα τι σχέση μπορεί να έχει ένα καναρίνι με όλα αυτά;
Η Λίλη Λαμπρέλλη στο βιβλίο της «Έντεκα ημέρες του Απρίλη 1826», βασιζόμενη σε ιστορικές μαρτυρίες, μας μεταφέρει στο πολιορκημένο Μεσολόγγι λίγο πριν την Έξοδο. Δεν καταγράφει απλώς γεγονότα· δίνει φωνή στους ανθρώπους που τα έζησαν, πραγματικούς και φανταστικούς. Γνωστή για τη βαθιά της σχέση με τα παραμύθια και την προφορική αφήγηση, ακόμη κι εδώ, όπου κινείται μέσα σε ιστορικά τεκμηριωμένο έδαφος, δεν παύει να αφήνει την (υφολογική) σφραγίδα της.
Ανάμεσα στους ήρωες της αφήγησης, ο Μάρκος ο Γελεκτσής, ένας έφηβος που χάνει ένα ένα τα αγαπημένα του πρόσωπα και σπρώχνεται με τη βία στην ενηλικίωση. Μέσα στην πείνα και την απελπισία, εκείνος και η μητέρα του κρύβουν ένα καναρίνι στο υπόγειο του σπιτιού τους – ένα από τα τελευταία σημάδια ζωής και ελευθερίας. Λίγο πριν την Έξοδο, η μητέρα ζητά από τον Μάρκο να φέρει το καναρίνι, για να το αφήσουν ελεύθερο – μια σιωπηλή πράξη αντίστασης, μια μικρή αλλά ουσιαστική υπενθύμιση πως ακόμη και μέσα στην καταστροφή υπάρχει χώρος για την ελευθερία.
Ξεχώρισα μία μικρή σκηνή που κουβαλά μέσα της όλη την ποιητικότητα και τη δύναμη που χαρακτηρίζει τη γραφή της Λαμπρέλλη και συμπυκνώνει τον πυρήνα του βιβλίου, τη μνήμη, την απώλεια, την αντίσταση, την ανθρωπιά:
«Άνοιξη είναι. Το νιώθεις;» ψιθύρισε η μάνα στο καναρίνι. Κάτι θα βρεις να φας εκεί πάνω. Κι έχει δέντρα πυκνά για να κουρνιάσεις. Πέτα! Τράβα στο βουνό!
«Τράβα να τραγουδάς για τα κλεφτόπουλα! Πέτα λεύτερο, καλό μου» είπε ο Μάρκος και του χάιδεψε το χνούδι ανάμεσα στα μάτια.
Κι αυτό, σαν να κατάλαβε. Κελάηδησε λίγο, έπαιξε τα φτεράκια του, πέταξε για λίγο χαμηλά, πήρε φόρα κι ύστερα ανέβηκε ψηλά κι έγινε ένα μικρό σημάδι προς τη μεριά του βουνού ώσπου χάθηκε.
Το Μεσολόγγι μπορεί να έπεσε, αλλά άφησε πίσω του μια ιδέα: ότι ο άνθρωπος μπορεί να αντιστέκεται, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα. Το βιβλίο μάς θυμίζει πως, στις πιο σκοτεινές στιγμές, ο καθένας καλείται να επιλέξει: Θα γίνει θηρίο ή θα παραμείνει άνθρωπος; Και μπορεί, ακόμα κι όταν όλα χάνονται, να διασώσει κάτι πιο μεγάλο από τον εαυτό του: την ιδέα της ελευθερίας.

